Προεδρικά διατάγματα


Π.Δ. 70/2011 ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΑΝΑΤΡΟΦΗΣ ΤΕΚΝΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΔΡΕΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 70

Τροποποίηση των διατάξεων του π.δ. 27/1986 (Α΄− 11).

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περιπτ. θ΄ του ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης»(Α΄− 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1590/1986 (Α΄− 49).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του ν.2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄− 41).

3. Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ.63/2005 (Α΄− 98).

4. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του

κρατικού προϋπολογισμού.

5. Την υπ’ αριθμ. 123/2011 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Μετά το άρθρο 10 του π.δ.27/1986, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, προστίθεται άρθρο 10Α, ως εξής:

«Άρθρο 10 Α»

Διευκολύνσεις αστυνομικών για ανατροφή παιδιού

1. Στους γονείς αστυνομικούς χορηγούνται οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 53

του ν.3528/2007 «Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.» (Α΄− 26), διευκολύνσεις και άδειες με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς της παρ. 3 του ως άνω άρθρου.

Ο γονέας αστυνομικός, εφόσον επιλέξει τη λήψη της άδειας με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, δεν μπορεί να τη διακόψει και να ζητήσει την υπαγωγή του στο καθεστώς του μειωμένου ωραρίου και αντιστρόφως.

Η άδεια αυτή δεν διακόπτεται και στις περιπτώσεις εισαγωγής του γονέα σε νοσοκομείο, λήψης αναρρωτικής ή άλλης άδειας, θέσης αυτού σε διαθεσιμότητα ή λόγωέκτισης ποινής αργίας.

2. Αν η μητέρα αστυνομικός λάβει την άδεια της παραγράφου 2 του άρθρου 10, όπως αντικαταστάθηκε

με το άρθρο 2 του π.δ.12/1994, ο πατέρας αστυνομικός δεν έχει δικαίωμα να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου για το ίδιο διάστημα.

3. Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του, την άδεια

της παραγράφου 2 του άρθρου 10 και τις άδειες ή τις διευκολύνσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δικαιούται ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια.

4. Όπου στην παράγραφο 3 του άρθρου 53 του ως άνω Υπαλληλικού Κώδικα αναφέρεται «Δευτεροβάθμια

Υγειονομική Επιτροπή» νοείται η Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας (άρθρο 46 του

π.δ.584/1985)».

Άρθρο 2

Καταργούμενες διατάξεις

Η παράγραφος 10 του άρθρου 10 του π.δ.27/1986 (Α΄−11), όπως προστέθηκε με το άρθρο 2 του π.δ.310/2001(Α΄− 209) και συμπληρώθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του π.δ.13/2007 (Α΄− 9), καταργείται.

Άρθρο 3

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

 
Π.Δ 45/2008 Μέτρα υγιεινής και ασφάλειας ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας

ΦΕΚ A 73/30.4.2008

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 45

 

Μέτρα υγιεινής και ασφάλειας ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 1568/1985 «Υγιεινή και Ασφάλεια των εργαζομένων» (Α΄ 177) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 9 του  ν. 3144/2003 «Κοινωνικός διάλογος για την προώθηση της απασχόλησης και την κοινωνική προστασία και άλλες διατάξεις» (Α΄ 111).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 5 της υπ’ αριθμ. 88555/3293 από 30.9.1988 απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας (Β΄ 721) που κυρώθηκε με το άρθρο 39 του ν. 1836/1989 «Προώθηση της απασχόλησης και της επαγγελματικής κατάρτισης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 79).

3. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περιπτ. α΄ και στ΄ του ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49).

4. Τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 7 και 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 41).

5. Τo άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 63/2005 (Α΄ 98).

6. Το άρθρο 1 του π.δ/τος 205/2007 «Συγχώνευση Υπουργείων» (Α΄ 231).

7. Την υπ’ αριθμ. 42362/Υ252 από 28.9.2007 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών» (Β΄ 1948).

8. Την υπ’ αριθμ. 10/6.11.2007 Γνώμη του Συμβουλίου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας.

9. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 3.600.000,00 ευρώ περίπου για το έτος 2008, και 3.750.000,00 ευρώ περίπου για το έτος 2009 και για καθένα από τα επόμενα έτη έως το 2012. Οι εν λόγω δαπάνες θα αντιμετωπίζονται από τις πιστώσεις που θα εγγράφονται για το σκοπό αυτό στον Προϋπολογισμό εξόδων του Υπουργείου Εσωτερικών Ε.Φ. 07-210 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ» αντίστοιχου έτους. ΚΑΕ 0899, 1131, 1211, 1421, 1424, 1511, 1699, 1919, 1921, 1924 και 1929.

10. Την υπ’ αριθμ. 35/2008 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, αποφασίζουμε:

 

Άρθρο 1

Αντικείμενο – πεδίο εφαρμογής

1. Το παρόν προεδρικό διάταγμα έχει ως αντικείμενο την προστασία του αστυνομικού προσωπικού, των συνοριακών φυλάκων και των ειδικών φρουρών της Ελληνικής Αστυνομίας (ένστολο προσωπικό) από κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του, οι οποίοι προκύπτουν ή ενδέχεται να προκύψουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που παρουσιάζουν εγγενείς ιδιαιτερότητες.

2. Για την αποτροπή ή την ελαχιστοποίηση των κινδύνων της προηγούμενης παραγράφου, λαμβάνεται, εκτός από τα γενικώς προβλεπόμενα στο ν.1568/1985, όπως ισχύει, μέτρα και κάθε αναγκαίο κατά περίπτωση μέτρο, όπως ο ιατρικός έλεγχος, η χορήγηση του απαραίτητου υλικοτεχνικού εξοπλισμού και η κατάλληλη εκπαίδευση του προσωπικού, καθώς και η συντήρηση και απολύμανση των κτιριακών εγκαταστάσεων και των οχημάτων των Υπηρεσιών.

 

Άρθρο 2

Ιατρικός έλεγχος προσωπικού

1. Το ένστολο προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας υποβάλλεται σε ιατρικό έλεγχο, ο οποίος διακρίνεται σε τακτικό και έκτακτο.

2. Ο ιατρός εργασίας προβαίνει στον σχετικό με την κατά περίπτωση θέση εργασίας τακτικό ιατρικό έλεγχο του ένστολου προσωπικού, σύμφωνα με πρόγραμμα που καθορίζεται από την Υπηρεσία της παραγράφου 7. Ο ίδιος ιατρός μεριμνά για τη διενέργεια των απαιτούμενων ιατρικών εξετάσεων, την αξιολόγηση και τήρηση των αποτελεσμάτων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως και 7 του άρθρου 10 του ν.1568/1985.

3. Το προσωπικό υποβάλλεται σε επιπλέον έλεγχο ως εξής :

α. έλεγχο έναντι ηπατίτιδας, φυματίωσης και δερματικών παθήσεων οι εκτελούντες ή διατιθέμενοι τακτικά σε υπηρεσίες φρούρησης και μεταγωγής κρατουμένων, δίωξης λαθρομεταναστών, τακτοποίησης αλλοδαπών και δίωξης ναρκωτικών. Οι ανωτέρω εμβολιάζονται κατά της ηπατίτιδας Β,

β. σπιρομετρικό έλεγχο οι εκτελούντες ή διατιθέμενοι τακτικά σε υπηρεσίες ρύθμισης τροχαίας κίνησης και

γ. ορθοπεδική εξέταση οι οδηγοί υπηρεσιακών δικύκλων.

4. Το προσωπικό των εργαστηρίων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, της Διεύθυνσης Πληροφορικής του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, το προσωπικό που εκτελεί υπηρεσία σε χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων καθώς και το προσωπικό που χειρίζεται περιστατικά με χημικά, βιολογικά, ραδιολογικά και άλλα παρόμοια υλικά υποβάλλεται στις απαραίτητες ανά περίπτωση ιατρικές εξετάσεις.

5. Η εξέταση της ψυχικής υγείας του προσωπικού γίνεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3169/2003 από ειδική επιτροπή της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία διερευνά με ψυχοτεχνικές δοκιμασίες και συνέντευξη των εξεταζομένων την εν γένει προσωπικότητα αυτών και κυρίως την αυτοκυριαρχία, τη συναισθηματική σταθερότητα, την κρίση και αντίληψη και την ικανότητα προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις και απαιτήσεις.

6. Σε περιπτώσεις επιδημιών ή αυξημένου μολυσματικού κινδύνου το ένστολο προσωπικό υποβάλλεται σε έκτακτο έλεγχο από τον ιατρό εργασίας και εμβολιάζεται, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο. Ο έκτακτος ιατρικός έλεγχος διενεργείται και ύστερα από πρόταση του διοικητή ή προϊσταμένου της Υπηρεσίας ή υποβολή σχετικού αιτήματος από το προσωπικό και περιλαμβάνει τις εξετάσεις που εισηγείται ο ιατρός εργασίας.

7. Αρμόδια για την εποπτεία, τον έλεγχο, τον καθορισμό και συντονισμό των ενεργειών σε ό,τι αφορά στον ιατρικό, κατά τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, έλεγχο είναι η Διεύθυνση Υγειονομικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας.

 

Άρθρο 3

Εκπαίδευση

Η Διεύθυνση Εκπαίδευσης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας είναι αρμόδια, σε συνεργασία με τις οικείες Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις, τη Διεύθυνση Υγειονομικού και τους κατά τόπους αρμόδιους ιατρούς εργασίας, για την επιμόρφωση του ένστολου προσωπικού, ανάλογα με τις υπηρεσίες που υπηρετεί, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνει όσον αφορά την υγεία και την ασφάλειά του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και τη χρήση του εξοπλισμού που του διατίθεται για το σκοπό αυτό.

 

Άρθρο 4

Αστυνομικές επιχειρήσεις

1. Το προσωπικό που διατίθεται για τη λήψη μέτρων τάξης σε συγκεντρώσεις, δημόσιες συναθροίσεις και μαζικές εκδηλώσεις, καθώς και σε σοβαρά συμβάντα αστυνομικής φύσεως, φέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων του ειδική υπηρεσιακή εξάρτυση, κατάλληλη για την προστασία του από επιθέσεις με αντικείμενα που μπορούν να προκαλέσουν σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του.

2. Ειδικότερα, το προσωπικό των Υποδιευθύνσεων Μέτρων Τάξης και Αποκατάστασης Τάξης και των Διμοιριών Υποστήριξης Αστυνομικών Διευθύνσεων φέρει, ανάλογα με τις κατά περίπτωση συνθήκες, στολή κατασκευασμένη από βραδύκαυστο ή αντιπυρικό υλικό, καθώς και τα απαραίτητα προστατευτικά μέσα διαφόρων σημείων του σώματος, κράνος, άρβυλα, πυροσβεστήρα, ασπίδα, αλεξίσφαιρο γιλέκο, προσωπίδα αερίων με κατάλληλο φίλτρο και αδιάβροχο. Για την προστασία του προσωπικού σε εξαιρετικές περιπτώσεις συναθροίσεων κατά τις οποίες υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες διάπραξης εκνόμων ενεργειών οι υπηρεσίες της παρούσας παραγράφου χρησιμοποιούν κινητά φράγματα ή άλλο σύγχρονο και κατάλληλο για τον ως άνω σκοπό εξοπλισμό. Η σύνθεση των χημικών ουσιών που χρησιμοποιούν οι Διευθύνσεις Αστυνομικών Επιχειρήσεων αποστέλλεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους προς εξέταση και η σχετική γνωμάτευση κοινοποιείται στις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες του αστυνομικού προσωπικού.

3. Το προσωπικό των λοιπών Υπηρεσιών που διατίθεται για τη λήψη μέτρων τάξης, εφοδιάζεται με κράνος, προσωπίδα αερίων και αλεξίσφαιρο γιλέκο, σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται κατά την κρίση του επικεφαλής των μέτρων.

4. Το προσωπικό των Ειδικών Κατασταλτικών Αντιτρομοκρατικών Μονάδων φέρει, κατά την εκτέλεση της αποστολής του, κατάλληλη στολή και εξοπλισμό που χορηγείται από την Υπηρεσία, όπως αλεξίσφαιρο κράνος, ασπίδα και γιλέκο, ώστε να εξασφαλίζεται, κατά το δυνατόν, μεγαλύτερη ασφάλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.

5. Κατά την εκτέλεση αστυνομικών επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας λαμβάνεται μέριμνα για τη διάθεση ασθενοφόρου οχήματος της Ελληνικής Αστυνομίας ή άλλου αρμόδιου φορέα πλησίον του τόπου διεξαγωγής των επιχειρήσεων.

 

Άρθρο 5

Φρουρές

1. Το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας που διατίθεται για φρούρηση κτηρίων και εγκαταστάσεων και ιδίως για καθήκοντα σκοπού αστυνομικών καταστημάτων, πρεσβειών και κατοικιών επισήμων προσώπων, φέρει, πέραν των προβλεπομένων για την εκτέλεση της υπηρεσίας μέσων και ειδών, αλεξίσφαιρο γιλέκο και φορητό ασύρματο. Σε ειδικές περιπτώσεις φρούρησης ευπαθών στόχων κατά την κρίση του Διοικητή της οικείας Υπηρεσίας ο σκοπός δύναται να φέρει και χειροβομβίδα κρότου – λάμψης.

2. Σε στόχους υψηλού κινδύνου τοποθετούνται φυλάκια τα οποία κατασκευάζονται από ανθεκτικό υλικό με αλεξίσφαιρους υαλοπίνακες. Εντός των φυλακίων τοποθετείται τηλεφωνική συσκευή ή μηχανισμός για την άμεση ενημέρωση της Υπηρεσίας, προκειμένου για έκτακτα και αιφνίδια περιστατικά.

 

Άρθρο 6

Περιπολίες – Ενέδρες – Κατοπτεύσεις - Συνοδείες

Το προσωπικό που διατίθεται σε εκτέλεση πεζής ή μηχανοκίνητης περιπολίας, σε συνοδείες ασφαλείας, καθώς και σε ενέδρες και κατοπτεύσεις, φέρει, πέραν των προβλεπομένων για την εκτέλεση της αποστολής του μέσων και ειδών, χειροπέδες, αλεξίσφαιρο γιλέκο, πλαστικά γάντια μιας χρήσεως και φανό.

 

Άρθρο 7

Σκοποί τροχαίας κίνησης – Οδηγοί δικύκλων

1. Το προσωπικό που διατίθεται για τη ρύθμιση κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων φέρει ειδικές φωσφορίζουσες ενδείξεις επί των στολών του, λευκά γάντια, φορητό ασύρματο και αδιάβροχο με ευκρινείς ανακλαστικές λωρίδες, σε κάθε περίπτωση που αυτό απαιτείται. Επιπλέον το προσωπικό αυτό για την προστασία της υγείας του από την εισπνοή καυσαερίων, δύναται να φέρει και ειδική μάσκα προστασίας.

2. Οι οδηγοί δικύκλων μοτοσικλετών φέρουν ειδική στολή και κράνος, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, ώστε να εξασφαλίζουν την προστασία τους σε περιπτώσεις ατυχημάτων.

 

Άρθρο 8

Υπηρεσία ασφαλείας

1. Το προσωπικό που διατίθεται για εκτέλεση υπηρεσίας ασφαλείας με πολιτική περιβολή δύναται να φέρει αλεξίσφαιρο γιλέκο. Το προσωπικό αυτό σε περιπτώσεις σύμπραξης με αστυνομικούς άλλων Υπηρεσιών, στο πλαίσιο ένοπλης αστυνομικής επιχείρησης, φέρει απαραιτήτως εξωτερικά της πολιτικής του περιβολής επενδύτη, στον οποίο αποτυπώνεται ευκρινώς η αστυνομική του ιδιότητα, καθώς και αλεξίσφαιρο γιλέκο. Το προσωπικό ασφαλείας που εισέρχεται στον τόπο του εγκλήματος για έρευνα φέρει κατάλληλο εξοπλισμό ατομικής προστασίας και ιδίως φόρμα και γάντια μιας χρήσεως.

2. Οι εκτελούντες καθήκοντα επισήμανσης, περισυλλογής και εξουδετέρωσης εκρηκτικών μηχανισμών και αυτοσχέδιων βομβών, εφοδιάζονται από την Υπηρεσία και φέρουν κατάλληλο εξοπλισμό και μέσα για την προστασία τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

 

Άρθρο 9

Φρούρηση – μεταγωγές κρατουμένων

1. Το προσωπικό που διατίθεται για την εκτέλεση των καθηκόντων δεσμοφύλακα, βοηθού δεσμοφύλακα και μεταγωγής κρατουμένων, ενημερώνεται από το διοικητή ή τον αξιωματικό υπηρεσίας για την επικινδυνότητα και την κατάσταση της υγείας των κρατουμένων, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας του προσωπικού, όπως στις περιπτώσεις κρατουμένων που πάσχουν από μεταδοτικό νόσημα ή από ψυχική νόσο. Προς τούτο συντάσσεται και σχετικό σημείωμα το οποίο επισυνάπτεται στα έγγραφα της μεταγωγής.

2. Σε περίπτωση φρούρησης ή μεταγωγής κρατουμένου για τον οποίο υπάρχουν υπόνοιες ότι πάσχει από μεταδοτικό νόσημα, το προσωπικό φέρει πλαστικά γάντια μιας χρήσεως και υποβάλλεται σε εύλογο χρόνο στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις.

3. Τα οχήματα των Υπηρεσιών μεταγωγών κρατουμένων διαθέτουν χημική τουαλέτα, καθαρίζονται μετά από κάθε μεταγωγή και απολυμαίνονται τουλάχιστον μία φορά ανά δίμηνο. Στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου τα οχήματα απολυμαίνονται αμέσως.

4. Τα αστυνομικά κρατητήρια απολυμαίνονται, τουλάχιστον, μία φορά κάθε μήνα. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 2 τα κρατητήρια απολυμαίνονται μετά την αποχώρηση του κρατουμένου που νοσεί.

 

Άρθρο 10

Εκτέλεση υπηρεσίας σε χώρους  υγειονομικής ταφής απορριμμάτων.

Το προσωπικό που διατίθεται για εκτέλεση υπηρεσίας σε χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων εφοδιάζεται με κατάλληλα μέσα και ιδίως με μάσκα προσώπου για την προστασία της υγείας του.

 

Άρθρο 11

Υπηρεσιακά οχήματα -  Λεωφορεία μεταφοράς προσωπικού

1. Τα υπηρεσιακά οχήματα φέρουν φαρμακείο με τα βασικά για παροχή πρώτων βοηθειών είδη και άλλο κατάλληλο για το σκοπό αυτό φαρμακευτικό υλικό.

2. Τα οχήματα με τα οποία γίνονται συλλήψεις ή προσαγωγές πολιτών φέρουν σταθερό και άθραυστο υαλοπίνακα για το διαχωρισμό των πίσω καθισμάτων.

3. Τα λεωφορεία μεταφοράς του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας για την αντιμετώπιση επιχειρησιακών αναγκών διαθέτουν θύρα εξόδου για έκτακτες ανάγκες, προστατευτικό πλέγμα στους υαλοπίνακες ή άλλα κατάλληλα προστατευτικά μέσα, ώστε να παρέχεται η μέγιστη δυνατή προστασία των επιβαινόντων από ρίψη αντικειμένων ή άλλων ενεργειών που στρέφονται σε βάρος του. Επίσης, είναι εφοδιασμένα με τον αναγκαίο αριθμό πυροσβεστήρων και διαθέτουν χώρους για την τοποθέτηση των ειδικών εξαρτύσεων και εξοπλισμού του προσωπικού.

4. Τα υπηρεσιακά οχήματα υποβάλλονται ανά διετία σε τεχνικό περιοδικό έλεγχο.

 

Άρθρο 12

Κτήρια

Τα κτήρια που στεγάζουν αστυνομικές υπηρεσίες επιβάλλεται να έχουν δομή, στερεότητα, αντοχή και ευστάθεια που απαιτείται για το είδος της χρήσης τους, σύμφωνα με τον Κτηριοδομικό Κανονισμό και τις λοιπές σχετικές διατάξεις. Επιπλέον πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις ασφάλειας και υγείας που προβλέπονται στο π.δ. 16/1996 (Α΄ 10).

 

Άρθρο 13

Εκπαιδευτικές βολές

Κατά την πραγματοποίηση εκπαιδευτικών βολών με πυροβόλα όπλα σε σκοπευτήρια και πεδία βολής, λαμβάνονται από τον υπεύθυνο της βολής όλα τα απαραίτητα για την ασφάλεια των εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων μέτρα. Επιπλέον, σε όλο το εμπλεκόμενο με τις εκπαιδευτικές βολές προσωπικό χορηγούνται τα κατάλληλα για την προστασία της ακοής του, από τον θόρυβο που προκαλούν οι εκπυρσοκροτήσεις των όπλων, μέσα, καθώς και κατάλληλα γυαλιά.

 

Άρθρο 14

Εφαρμογή μέτρων - Έλεγχος

1. Οι διοικητές ή προϊστάμενοι των υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας είναι αρμόδιοι για την εφαρμογή των μέτρων υγιεινής και ασφάλειας που προβλέπονται για το προσωπικό της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και εκδίδουν τις αναγκαίες οδηγίες και διαταγές. Οι γενικοί αστυνομικοί διευθυντές, οι διευθυντές των αυτοτελών κεντρικών υπηρεσιών, των διευθύνσεων των γενικών αστυνομικών διευθύνσεων και των αστυνομικών διευθύνσεων νομών εποπτεύουν και ελέγχουν την εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων υγιεινής και ασφάλειας στις υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους και υποβάλλουν προς το Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας προτάσεις για τα θέματα αυτά, σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς, όπου αυτό απαιτείται.

2. Οι Διευθύνσεις Αστυνομικού Προσωπικού, Υγειονομικού και Τεχνικών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, κατά λόγο αρμοδιότητας, προετοιμάζουν τις αναγκαίες νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις για τα θέματα υγιεινής και ασφάλειας του προσωπικού και καθοδηγούν τις περιφερειακές υπηρεσίες για την εφαρμογή τους.

 

Άρθρο 15

Έναρξη ισχύος.

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Εσωτερικών αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.-

Αθήνα, 14 Απριλίου 2008

 
Π.Δ. 120/08 - ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 120/2008

ΦΕΚ: Α 182/02-9-2008

Τέθηκε σε ισχύ: 02.12.2008

Ημ.Υπογραφής: 01.09.2008

 

Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού

 

Προοίμιο

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του ν.2334/1995 «Υπηρεσία Εναέριων Μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α'-184).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 περίπτωση θ' του ν.1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α'-152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.1590/1986 (Α'-49).

3. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α'-98).

4. Τις διατάξεις του π.δ. 205/2007 «Συγχώνευση Υπουργείων» (Α'-231).

5. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού.

6. Την υπ' αριθμ. 219/2008 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Εθνικής Άμυνας, αποφασίζουμε :

 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

 

Άρθρο: 1

Έκταση εφαρμογής

 

Έννοια των όρων

Στις διατάξεις του παρόντος προεδρικού διατάγματος υπόκειται το Αστυνομικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας.


Άρθρο: 2

Γενικά περί πειθαρχίας

 

1. Με τον όρο πειθαρχία νοείται :

α) Η πιστή συμμόρφωση των αστυνομικών προς το Σύνταγμα και τους νόμους.

 

β) Η πρόθυμη και χωρίς αντιρρήσεις υπακοή των κατωτέρων προς τους ανωτέρους ως και η άμεση εκτέλεση των διαταγών τους, οι οποίες αφορούν στην εφαρμογή των νόμων και των κανονισμών ως και των διαταγών της Υπηρεσίας.

 

 γ) Ο σεβασμός των κατά βαθμό κατωτέρων προς τους ανωτέρους εντός και εκτός Υπηρεσίας.

 

δ) Η αξιοπρεπής και κόσμια συμπεριφορά των κατά βαθμό ανωτέρων προς τους κατωτέρους .

 

ε) Η ευγενής συμπεριφορά των αστυνομικών προς τους πολίτες, καθώς και ο σεβασμός και η προστασία των δικαιωμάτων αυτών, που προβλέπονται από το Σύνταγμα και τους νόμους.

 

2. Η πειθαρχία, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της συνοχής και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας και της αρμονικής συνεργασίας του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, αποτελεί καθήκον του προσωπικού της.

 

3. Οι διαταγές πρέπει να είναι νόμιμες, σαφείς και να διατυπώνονται με ευπρέπεια. Οι αναφορές πρέπει να είναι σύντομες, σαφείς και να διατυπώνονται με σεβασμό.

 

4. Ο ανώτερος είναι υπεύθυνος για τις συνέπειες της διαταγής του ο δε κατώτερος υποχρεούται να εκτελεί με ακρίβεια τη διαταγή που έλαβε και είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση της και για τις συνέπειες της μη εκτέλεσής της. Ο κατώτερος δικαιούται να τύχει ακρόασης και να υποβάλει τα παράπονά του, αφού εκτελέσει τη διαταγή. Ο κατώτερος αν λάβει διαταγή την οποία θεωρεί παράνομη, οφείλει πριν την εκτελέσει ν' αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του και να την εκτελέσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Η εκτέλεσή της όμως δεν καθιστά νόμιμη τη διαταγή αυτή. Σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης η αναφορά υποβάλλεται αμέσως προφορικά και στη συνέχεια εγγράφως.

 

5. Η μεταξύ ομοιοβάθμων αρχαιότητα στις υπηρεσιακές σχέσεις, εξομοιούται με διαφορά βαθμού.

 

6. Ο αστυνομικός είναι προσωπικά υπεύθυνος για τις πράξεις και παραλείψεις του.


Άρθρο: 3

Γενικές Αρχές

 

 

1. Ο αστυνομικός δεν διώκεται δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα. Νέα πειθαρχική δίωξη για το ίδιο παράπτωμα είναι απαράδεκτη.

2. Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία μόνο πειθαρχική ποινή.

3. Αν από την τέλεση του πειθαρχικού παραπτώματος μέχρι το πέρας της πειθαρχικής διαδικασίας ίσχυσαν περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον διωκόμενο διατάξεις.

4. Η προαγωγή του αστυνομικού δεν αίρει την πειθαρχική ευθύνη αυτού για παράπτωμα προγενέστερο της προαγωγής του. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται ως προς το διαδικαστικό μέρος οι διατάξεις που ισχύουν για το βαθμό που φέρει.

5. Η χάρη, η αποκατάσταση ή η με οποιονδήποτε άλλον τρόπο άρση του ποινικώς κολασίμου της πράξης ή η άρση εν όλω ή εν μέρει των συνεπειών της ποινικής καταδίκης δεν αίρουν το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης.

6. Για συρρέοντα πειθαρχικά παραπτώματα, που τελέσθηκαν από τον αστυνομικό στον ίδιο τόπο και χρόνο επιβάλλεται μία ποινή. Κατά την επιμέτρηση της ποινής αυτής λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των πειθαρχικών παραπτωμάτων. Αν ένα ή περισσότερα από τα συρρέοντα παραπτώματα περιέλθει σε γνώση της Υπηρεσίας μετά την επιβολή ποινής για μερικά απ' αυτά, αίρεται η ποινή αυτή και επιβάλλεται νέα ποινή για όλα τα παραπτώματα. Στην περίπτωση που τα παραπτώματα αυτά είναι, κατά την κρίση του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, μικρής σημασίας σε σχέση με το παράπτωμα ή τα παραπτώματα για τα οποία έχει επιβληθεί ποινή, δεν αίρεται αυτή ούτε επιβάλλεται άλλη ποινή και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του εδαφ. α' της παρ. 1 και του εδαφ. α' της παρ. 2 του άρθρου.


Άρθρο: 4

Έννοια πειθαρχικού παραπτώματος

 

 

1. Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος με πράξη (ενέργεια ή παράλειψη).

2. Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αστυνομικό από τις διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων, των κανονισμών του Σώματος, των διαταγών της Υπηρεσίας καθώς και από τη συμπεριφορά, που πρέπει να τηρεί ο αστυνομικός εντός και εκτός υπηρεσίας λόγω της ιδιότητάς του.

3. Τα πειθαρχικά παραπτώματα τιμωρούνται ακόμη και αν τελέσθηκαν εκτός του εδάφους της επικράτειας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ - ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

 

Άρθρο: 5

Πειθαρχικές ποινές

 

1. Οι πειθαρχικές ποινές, που επιβάλλονται στους Αστυνομικούς και καταχωρίζονται στα ατομικά τους έγγραφα, είναι:

 

α) Απόταξη.

 

β) Αργία με απόλυση διάρκειας δύο (2) έως έξι (6) μήνες

 

γ) Αργία με πρόσκαιρη παύση διάρκειας δεκαπέντε (15) ημερών έως τεσσάρων (4) μηνών.

 

δ) Πρόστιμο μέχρι τρεις μηνιαίους βασικούς μηνιαίους μισθούς του τιμωρουμένου.

 

ε) Επίπληξη.

 

2. Η απόταξη και οι αργίες είναι ανώτερες το δε πρόστιμο και η επίπληξη κατώτερες πειθαρχικές ποινές.

 

3. Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή κατάσταση στην οποία τελεί ο υπαίτιος, με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου.

 

4. Οι ανώτερες πειθαρχικές ποινές δεν επιβάλλονται στον ιερέα του Σώματος και στους εφέδρους που ανακαλούνται στην ενέργεια. Σε περίπτωση διάπραξης απ' αυτούς πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει τις προαναφερόμενες ποινές, αυτοί απολύονται του Σώματος οι δε έφεδροι διαγράφονται από τα στελέχη της εφεδρείας με απόφαση του αρμοδίου Πειθαρχικού Συμβουλίου, στο οποίο παραπέμπονται με το ερώτημα της παραμονής ή της απόλυσής τους. Αν το συμβούλιο αποφανθεί υπέρ της παραμονής τους, μπορεί να επιβάλλει σ' αυτούς κατώτερη πειθαρχική ποινή.


Άρθρο: 6

Διάρκεια πειθαρχικής ευθύνης

 

 

 

1. Η πειθαρχική ευθύνη αρχίζει με την κατάταξη του αστυνομικού και λήγει με την καθ' οιονδήποτε τρόπο έξοδό του από το Σώμα, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.

 

2. Πράξεις που τελέσθηκαν από αστυνομικό πριν από την κατάταξή του και αποτελούν πειθαρχικά παραπτώματα με την έννοια των διατάξεων του παρόντος διώκονται πειθαρχικά, εφόσον διαπράχθηκαν:

 

 

α) Κατά τη διάρκεια προγενέστερης υπηρεσίας του στο δημόσιο και δεν εκδικάσθηκαν.

 

 

β) Πριν αποκτήσει την ιδιότητα του αστυνομικού και προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφ. α', β', γ', η' και ια' της παρ. 1 του άρθρου 10 και

 

γ) Κατά τη διάρκεια της επιλογής ή του διαγωνισμού μέχρι την κατάταξή του και σχετίζονται με τη συμμετοχή στο διαγωνισμό και τις προϋποθέσεις της κατάταξής του.

 

 

3. Η πειθαρχική διαδικασία που έχει αρχίσει για πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν ανώτερη πειθαρχική ποινή, συνεχίζεται και μετά την έξοδο του αστυνομικού από το Σώμα, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου. Στις περιπτώσεις αυτές το πειθαρχικό συμβούλιο επιβάλλει, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, μόνο τις ανώτερες πειθαρχικές ποινές και η μεν ποινή της απόταξης εκτελείται και συνεπάγεται τη διαγραφή του τιμωρηθέντος από τα στελέχη της εφεδρείας οι δε αργίες δεν εκτελούνται και η σχετική απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου καταχωρείται στα ατομικά έγγραφα του τιμωρηθέντος. Αν όμως ο τιμωρηθείς επανέλθει στην ενέργεια, οι ποινές των αργιών εκτελούνται.

4. Στην έννοια της πειθαρχικής διαδικασίας για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου περιλαμβάνεται και η προκαταρκτική διοικητική εξέταση (Π.Δ.Ε.).

 

 

 

 

 

 

Άρθρο: 7

Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

 

 

 

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα που τιμωρούνται με ανώτερες πειθαρχικές ποινές παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη τα δε άλλα μετά δύο (2) έτη από την τέλεσή τους.

 

 

 

2. Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν παρέλθει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του τελευταίου, αν αυτός είναι μεγαλύτερος, άλλως ισχύει ο μεγαλύτερος χρόνος παραγραφής που προβλέπεται για το πειθαρχικό παράπτωμα.

 

3. Την παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος αναστέλλουν:

α) Επί πειθαρχικών παραπτωμάτων, των οποίων η πραγματική βάση αποτελεί ταυτόχρονα την αντικειμενική υπόσταση ποινικού αδικήματος, η ποινική διαδικασία με τους ιδίους όρους και προϋποθέσεις που αναστέλλει και την παραγραφή του ποινικού αδικήματος.

β) Η πειθαρχική δίωξη μέχρι να εκδοθεί απόφαση σε πρώτο βαθμό ο δε χρόνος αναστολής δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη και

γ) Η έκδοση απόφασης σε πρώτο βαθμό που επιβάλλει πειθαρχική ποινή.

 

4. Η παραγραφή του πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται με την τέλεση άλλου πειθαρχικού παραπτώματος, που αποσκοπεί στη συγκάλυψη του πρώτου ή στην παρεμπόδιση της πειθαρχικής δίωξης γι' αυτό.

 

5. Η παραγραφή των πειθαρχικών παραπτωμάτων, που προβλέπονται από την παρ. 2 του άρθρου 6, αρχίζει από την κατάταξη του αστυνομικού.

 


Άρθρο: 8

Εφαρμογές Κανόνων και Αρχών του Ποινικού Δικαίου

 

 

1. Κανόνες και αρχές του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας εφαρμόζονται ανάλογα και στο πειθαρχικό δίκαιο, αν συνάδουν με τη φύση και το σκοπό της πειθαρχικής διαδικασίας και δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος.

2. Εφαρμόζονται οι κανόνες και οι αρχές που αφορούν ιδίως:

α) Τους λόγους που αποκλείουν το άδικο της πράξης και την ικανότητα προς καταλογισμό.

β) Το δικαίωμα σιγής του εγκαλουμένου.

γ) Το τεκμήριο αθωότητας του εγκαλουμένου και τη λειτουργία των αμφιβολιών υπέρ αυτού.

δ) Το δικαίωμα παράστασης του εγκαλουμένου με συνήγορο σε όλα τα στάδια της πειθαρχικής διαδικασίας.

 

Άρθρο: 9

Επιμέτρηση της ποινής

 

 

 

Κατά την επιμέτρηση του ύψους των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη:

 

1. Η βαρύτητα του παραπτώματος, για την οποία συνεκτιμώνται ιδίως η φύση, το είδος και το αντικείμενο του παραπτώματος, η βλάβη που προξένησε ή ο κίνδυνος που προκάλεσε, η επίδραση που είχε στην εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας και στο κύρος του Σώματος καθώς και ο βαθμός του δόλου ή της αμέλειας του υπαιτίου.

 

2. Η προσωπικότητα του υπαιτίου, για την οποία συνεκτιμώνται ιδίως ο βαθμός, η πείρα, ο χρόνος υπηρεσίας, ο χαρακτήρας, η προηγούμενη διαγωγή, η τυχόν διάπραξη του αυτού ή άλλου πειθαρχικού παραπτώματος, η ψυχική του κατάσταση, τα αίτια που οδήγησαν στην τέλεση του παραπτώματος, η αφορμή που του δόθηκε, ο σκοπός που επεδίωκε, η έμπρακτη μετάνοια που επέδειξε και η προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του και.

 

3. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε το παράπτωμα και ιδίως ο χρόνος, ο τόπος, τα μέσα, ο τρόπος διάπραξής του και γενικά οι συνθήκες τέλεσής του.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ



Άρθρο: 10

Παραπτώματα που επισύρουν ποινή Απόταξης

 

 

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν την ποινή απόταξης, είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα:

α) Πράξεις που υποδηλώνουν έλλειψη πίστης, σεβασμού και αφοσίωσης στο Σύνταγμα και στο Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας.

β) Πράξεις που υπονομεύουν άμεσα ή έμμεσα την έννομη τάξη.

γ) Πράξεις που συνιστούν βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κατά την έννοια του άρθρου 137 Α του Π.Κ.

δ) Η συμμετοχή σε κάθε μορφής απεργία.

ε) Η απείθεια ή η άρνηση εκτέλεσης διαταγής ανωτέρου, που αναφέρεται σε υπηρεσιακό καθήκον.

στ) Παραβίαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, που σχετίζεται με εθνικά θέματα ή τη διαρροή απορρήτων και άκρως απορρήτων εγγράφων της Υπηρεσίας.

ζ) Η κατά τρόπον αναξιοπρεπή χρησιμοποίηση της αστυνομικής ιδιότητας για την προς όφελος του ιδίου ή τρίτων σύναψη χρεών, τα οποία δεν εξοφλήθηκαν εγκαίρως.

 

 

η) Η τέλεση ή η απόπειρα τέλεσης εγκλημάτων σε βαθμό κακουργήματος και η τέλεση ή απόπειρα τέλεσης των εγκλημάτων,

Αντίστασης ('Άρθρο 167 Π.Κ.),

ελευθέρωσης φυλακισμένου από πρόθεση ('Άρθρο 172 παρ.1 Π.Κ.),

εγκληματικής οργάνωσης ('Άρθρο 187 Π.Κ.),

παραχάραξης ('Άρθρο 207 Π.Κ.),

πλαστογραφίας ('Άρθρο 216 Π.Κ.),

πλαστογραφίας πιστοποιητικών ('Άρθρο 217 Π.Κ.),

πλαστογραφίας και κατάχρησης ενσήμων ('Άρθρο 218 Π.Κ.),

υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης ('Άρθρο 220 Π.Κ.),

υπεξαγωγής εγγράφου ('Άρθρο 222 Π.Κ.),

ψευδορκίας ('Άρθρο 224 Π.Κ.),

ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης ('Άρθρο 225 Π.Κ.),

ψευδούς καταμήνυσης ('Άρθρο 229 Π.Κ.),

υπόθαλψης εγκληματία (Άρθρο 231 Π.Κ.),

παθητικής και ενεργητικής δωροδοκίας ('Αρθρα 235-236 Π.Κ.),

κατάχρησης εξουσίας ('Άρθρο 239 Π.Κ.),

ψευδούς βεβαίωσης και νόθευσης ('Άρθρο 242 Π.Κ.),

καταπίεσης ('Άρθρο 244 Π.Κ.),

απιστίας περί την υπηρεσία ('Άρθρο 256 Π. Κ),

εκμετάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων (άρθρο 257 Π.Κ.),

παράβασης καθήκοντος ('Άρθρο 259 Π.Κ.),

παρότρυνσης υφισταμένων και ανοχής ('Άρθρο 261 Π.Κ.),

εμπρησμού από πρόθεση ('Άρθρο 264 Π.Κ.),

έκθεσης ('Άρθρο 306 Π.Κ.),

παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής ('Άρθρο 307 Π.Κ.),

εμπορίας δούλων ('Άρθρο 323 Π.Κ.),

εμπορίας ανθρώπων ('Άρθρο 323 Α' Π.Κ.),

παράνομης κατακράτησης ('Άρθρο 325 Π.Κ.),

κατακράτησης παρά το Σύνταγμα ('Άρθρο 326 Π.Κ.),

παράνομης βίας ('Άρθρο 330 Π. Κ.),

εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλημάτων οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής ('Αρθρα 336 έως 353 Π.Κ.),

συκοφαντικής δυσφήμησης (Άρθρο 363 Π.Κ.),

παραβίασης απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας (Άρθρο 370 Α' Π.Κ.),

κλοπής (άρθρο 372 Π.Κ.),

υπεξαίρεσης κοινής και στην υπηρεσία (άρθρα 375, 258 Π.Κ.),

εκβίασης (Άρθρο 385 Π. Κ.),

απάτης ('Άρθρο 386 Π.Κ.),

απάτης σχετικής με τις ασφάλειες (Άρθρο 388 Π.Κ.),

αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος (Άρθρο 394 Π. Κ),

τοκογλυφίας ('Άρθρο 404 Π. Κ),

παραβάσεις της νομοθεσίας περί ζωοκλοπής, ναρκωτικών, αλλοδαπών, αρχαιοτήτων και λαθρεμπορίας, ως και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων και εκρηκτικών εφόσον οι τελευταίες τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον ενός (1) έτους.

 

 

θ) Η από πρόθεση τέλεση κάθε εγκλήματος που στρέφεται κατ' ανωτέρου και σχετίζεται με την εκτέλεση της υπηρεσίας.

ι) Η αυθαίρετη απουσία επί πέντε (5) συνεχείς ημέρες ή δέκα (10) ημέρες συνολικά σ' ένα έτος.

 ια) Η χρήση ναρκωτικών ουσιών ή η ροπή στη χρήση οινοπνευματωδών ποτών. ιβ) Η χαρακτηριστικά αναξιοπρεπής ή ανάξια για αστυνομικό συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας ή συμπεριφορά που μαρτυρεί διαφθορά χαρακτήρα. ιγ) Η βαρειά παράβαση του υπηρεσιακού καθήκοντος από πρόθεση,

ιδ) Η δημόσια προφορικώς ή εγγράφως άσκηση κριτικής των πράξεων της ιεραρχίας με προσβλητικές ή υποτιμητικές εκφράσεις και

ιε) Η παροχή υπηρεσιών, συλλογής πληροφοριών για λογαριασμό τρίτων, φρούρησης ή φύλαξης ή προστασίας προσώπων ή πραγμάτων, καθώς και η καθ' οιονδήποτε τρόπο απασχόλησή του στα καταστήματα του άρθρου 1 του Π.Δ.180/1979 (Φ.Ε.Κ.46 τ. Α').

2. Η ποινή της απόταξης επιβάλλεται και στην περίπτωση διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή αργίας με απόλυση, εφ' όσον κατά την τελευταία πενταετία ο υπαίτιος έχει τελεσίδικα τιμωρηθεί είτε με την ποινή αυτή είτε με δύο (2) ποινές αργίας με πρόσκαιρη παύση.

 

3. Για τα πειθαρχικά παραπτώματα της τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης των εγκλημάτων αντίστασης (Άρθρο 167 Π.Κ.), πλαστογραφίας πιστοποιητικών (άρθρο 217 Π.Κ.), υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 220 Π.Κ.), υπεξαγωγής εγγράφου (άρθρο 222 Π.Κ.), ψευδορκίας (Άρθρο 224 Π.Κ.), ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 225 Π.Κ.), ψευδούς καταμήνυσης (άρθρο 229 Π.Κ.), ψευδούς βεβαίωσης και νόθευσης (άρθρο 242 Π.Κ.), εκμετάλλευσης εμπιστευμένων πραγμάτων (άρθρο 257 Π.Κ. ), παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 Π.Κ.), παράλειψης λύτρωσης από κίνδυνο ζωής (άρθρο 307 Π.Κ.), παράνομης κατακράτησης (άρθρο 325 Π.Κ.), κατακράτησης παρά το Σύνταγμα (Άρθρο 326 Π.Κ.), παράνομης βίας (άρθρο 330 Π.Κ.), και συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρο 363 Π.Κ.), που προβλέπονται από το εδάφ. η' της παρ. 1, το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, εκτιμώντας τη βαρύτητα του παραπτώματος, την προσωπικότητα του υπαιτίου και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν, μπορεί να επιβάλλει αντί της ποινής της απόταξης ποινή αργίας με απόλυση.

 


Άρθρο: 11

Παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με απόλυση

 

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που επισύρουν την ποινή αργίας με απόλυση, είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα:

 

α) Η παραβίαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, που μπορεί να επιφέρει βλάβη της Υπηρεσίας ή τρίτων ή να δυσχεράνει το έργο αυτής.

β) Οι οποιασδήποτε μορφής δημόσιες εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικών κομμάτων ή πολιτικών προσώπων.

 

γ) Η δημόσια προφορικώς ή εγγράφως άσκηση κριτικής των πράξεων της Ιεραρχίας με τη χρήση ψευδών ή αβασίμων επιχειρημάτων.

δ) Η μέθη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας.

 

ε) Η συμμετοχή σε παράνομα παίγνια, που διενεργούνται ιδίως σε δημόσια κέντρα ή άλλους δημόσιους χώρους και η παραμονή σ' αυτούς τους χώρους όταν διενεργούνται παράνομα παίγνια, χωρίς να ενεργεί για την εφαρμογή του νόμου κατά των παραβατών.

 

στ) Η από βαρειά αμέλεια ελευθέρωση φυλακισμένου.

 

ζ) Η από πρόθεση τέλεση ή απόπειρα τέλεσης πλημμελήματος, κατά του οποίου απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εφόσον η πράξη αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου.

 

η) Η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων από μία (1) έως τέσσερις (4) συνεχείς ημέρες ή μέχρι εννέα (9) συνολικά ημέρες σε ένα έτος.

 

θ) Η από βαρειά αμέλεια απώλεια οπλισμού και άλλων δημοσίων ειδών ή εγγράφων.

 

ι) Κάθε πράξη που αντιβαίνει στο υπηρεσιακό καθήκον ή συνιστά σοβαρή παραμέληση αυτού ή ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του αστυνομικού διαγωγή, εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.

 

ια) Η βάναυση συμπεριφορά προς ομοιόβαθμους, υφισταμένους ή πολίτες, εφόσον δεν εμπίπτει στην περίπτωση γ' της παρ. 1 του άρθρου 10.

 

 ιβ) Η από πρόθεση μη έγκαιρη διεκπεραίωση υπηρεσιακών εγγράφων, εφόσον οδήγησε στην πρόκληση σοβαρής υπηρεσιακής ανωμαλίας ή στην παραγραφή ποινικών αδικημάτων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων.

ιγ) Η παρότρυνση σε απείθεια κατά των νόμων, των κανονισμών ή των διαταγών της Υπηρεσίας.

ιδ) Η παράλειψη αναφοράς πληροφορίας, που αφορά στην τέλεση εγκλήματος ή στο δράστη αυτού εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.

ιε) Η συγκάλυψη σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων κατωτέρων ή νεοτέρων στο βαθμό. και

ιστ) Η χωρίς την καταβολή αντιτίμου αποδοχή υπηρεσιών ή τροφίμων και ποτών προς άμεση κατανάλωση, εφόσον δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη.

 

2. Η ποινή της Αργίας με απόλυση επιβάλλεται και στην περίπτωση τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση, αν μέσα σε δύο (2) χρόνια ο υπαίτιος έχει τελεσίδικα τιμωρηθεί με την ποινή αυτή.

 

Άρθρο: 12

Παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση

 

 

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση είναι τα κατωτέρω περιοριστικώς αναφερόμενα :

 

α) Η απώλεια υπηρεσιακών εγγράφων ή η από αμέλεια μη έγκαιρη διεκπεραίωση αυτών, εφόσον οδήγησε στην πρόκληση σοβαρής υπηρεσιακής ανωμαλίας ή στη παραγραφή ποινικών αδικημάτων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων.

β) Η από ελαφρά αμέλεια ελευθέρωση φυλακισμένου.

γ) Η εκτέλεση κατά το χρόνο αναρρωτικής άδειας οποιασδήποτε εργασίας ή δραστηριότητας, που δεν συνάδει με την κατάσταση της υγείας του ή με τη σχετική γνωμάτευση του υπηρεσιακού γιατρού ή μπορεί να επιβραδύνει την ανάρρωσή του ή να επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του και

 δ) Η παράβαση της υπηρεσιακής εχεμύθειας, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του εδαφ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 10 και του εδαφ. α' της παρ. 1 του άρθρου 11.

 

2. Η ποινή της Αργίας με πρόσκαιρη παύση επιβάλλεται και στην περίπτωση τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή προστίμου, εφόσον κατά τα τελευταία δύο (2) έτη ο υπαίτιος έχει τελεσίδικα τιμωρηθεί με ποινή προστίμου τουλάχιστον ενός Μηνιαίου Βασικού Μισθού ή με ποινές προστίμου, που σωρευτικά υπερβαίνουν τον ένα Μηνιαίο Βασικό Μισθό.


Άρθρο: 13

Παραπτώματα που επισύρουν ποινή προστίμου

 

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν την ποινή του προστίμου είναι τα κατωτέρω αναφερόμενα :

 

α) Η κατ' επάγγελμα άσκηση εμπορίας ή τέχνης ή η άσκηση άλλου επαγγέλματος και η χωρίς άδεια της Υπηρεσίας άσκηση των δραστηριοτήτων που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ. 538/1989 (ΦΕΚ Α'- 224).

 β) Η έλλειψη αμεροληψίας και αντικειμενικότητας στις υπηρεσιακές ενέργειες.

γ) Η αναξιοπρεπής συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας καθώς και το αντικανονικό της στολής.

 

δ) Η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για ευνοϊκή υπηρεσιακή μεταχείριση.

ε) Η πλημμελής ή η μη έγκαιρη εκτέλεση της υπηρεσίας, καθώς και η παράλειψη ή παρέλκυση εκτέλεσης αυτής.

στ) Η εκτός υπηρεσίας μέθη, που μπορεί να προκαλέσει δυσμενή σχόλια σε βάρος του ιδίου ή της Υπηρεσίας ή η κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας χρήση οινοπνευματωδών ποτών.

ζ) Η άσκηση κριτικής υπηρεσιακών πράξεων αστυνομικών, που γίνεται δημόσια γραπτά ή προφορικά με χρησιμοποίηση ανακριβών στοιχείων ή με απρεπείς εκφράσεις.

 η) Η από πρόθεση ψευδής αναφορά, κατάθεση ή δήλωση και οι κακόβουλοι υπαινιγμοί ή χαρακτηρισμοί ενώπιον οποιασδήποτε υπηρεσίας ή τρίτου κατά οποιουδήποτε μέλους του Σώματος.

θ) Η χαλαρότητα, η αδράνεια και γενικά η αμέλεια στη διοίκηση, ως και ο ανεπαρκής έλεγχος και εποπτεία των υφισταμένων.

ι) Η μη απονομή του οφειλόμενου χαιρετισμού και η μη τήρηση των τύπων εκδήλωσης σεβασμού προς τα εθνικά σύμβολα και τους ανωτέρους.

ια) Η συγκάλυψη ελαφρών παραπτωμάτων κατωτέρων και γενικά η πλημμελής διαχείριση της πειθαρχικής δικαιοδοσίας .

ιβ) Η αποσιώπηση των παραπόνων κατωτέρων και η ανάρμοστη συμπεριφορά προς αυτούς.

 ιγ) Η αδικαιολόγητη εμμονή στην υποβολή αίτησης για θέμα για το οποίο έχει ήδη αποφανθεί η υπηρεσία.

 

ιδ) Η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους πολίτες, συναδέλφους και υπαλλήλους άλλων υπηρεσιών. ιε) Η υπέρβαση της ιεραρχίας, κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων.

ιστ) Η αποδοχή οποιασδήποτε υλικής παροχής, εφόσον δεν συνιστά δωροληψία και παρέχεται λόγω της ιδιότητάς του.

ιζ) Η μη παροχή οφειλόμενης συνδρομής σε αστυνομικό, εφόσον δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. ιη) Η αναρμόδια παρέμβαση υπέρ ή κατά τρίτου προσώπου.

ιθ) Η λόγω ασυνήθιστης χρήσης φθορά του οπλισμού και άλλων δημοσίων ειδών ως και κάθε πράξη με την οποία επέρχεται βλάβη, φθορά ή απώλεια των δημοσίων αυτών ειδών. Η παράλειψη αναφοράς για βλάβη, φθορά, ή απώλεια και η μη ακριβής συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις συντήρησης, χρήσης ή διαχείρισης των υλικών μέσων και εγκαταστάσεων της Υπηρεσίας.

κ) Η αδικαιολόγητη μη μετάβαση για ιατρική εξέταση. Η ψευδής δήλωση ασθενείας προς αποφυγή εκτέλεσης υπηρεσίας ή διαταγής μετακίνησης, αν ο αστυνομικός κριθεί ικανός για εκτέλεση υπηρεσίας από τον ιατρό που εκτελεί την υγειονομική υπηρεσία της Αστυνομίας και

κα) Κάθε παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από τους νόμους, τους κανονισμούς και τις διαταγές της υπηρεσίας.

2. Τα παραπτώματα που προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφ. α, β', δ', ζ', ιγ', ιθ' και κα' της παρ. 1, τιμωρούνται με την ποινή του προστίμου εφόσον δεν τιμωρούνται βαρύτερα από άλλη διάταξη.

 


Άρθρο: 14

Παραπτώματα που επισύρουν ποινή επίπληξης

 

1. Την ποινή της επίπληξης επισύρουν τα όλως ελαφρά παραπτώματα, που αφορούν την εκτέλεση των καθηκόντων, τη συμπεριφορά, την εμφάνιση και την παράσταση γενικά του αστυνομικού εντός και εκτός υπηρεσίας.

2. Η ποινή της επίπληξης επιβάλλεται επίσης και για τα παραπτώματα του προηγούμενου άρθρου, αν το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, εκτιμώντας τη βαρύτητα του παραπτώματος, την προσωπικότητα του υπαιτίου και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκαν, κρίνει ότι δεν πρέπει να επιβληθεί η ποινή του προστίμου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ


Άρθρο: 15

Διαθεσιμότητα

 

1. Αρμόδιοι για τη λήψη του διοικητικού μέτρου της διαθεσιμότητας, είναι:

α) Ο Υπουργός Εσωτερικών για τους Αντιστρατήγους.

β) Ο Υφυπουργός Εσωτερικών για τους Υποστράτηγους και Ταξιάρχους.

γ) Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας για τους Αστυνομικούς Διευθυντές.

δ) Ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας για τους λοιπούς Αξιωματικούς και

ε) Ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας για τους λοιπούς αστυνομικούς.

2. Σε διαθεσιμότητα μπορεί να τίθενται οι αστυνομικοί, όταν ασκείται σε βάρος τους ποινική δίωξη για ποινικό αδίκημα για το οποίο απειλείται ποινή κάθειρξης ή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών ή διατάσσεται σε βάρος τους Ε.Δ.Ε., για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο απειλείται ανώτερη πειθαρχική ποινή. Η διάρκεια της διαθεσιμότητας δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, εκτός αν πρόκειται για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο απειλείται η ποινή της απόταξης οπότε μπορεί να διαρκέσει μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μήνες. Η διαθεσιμότητα μπορεί να λήξει και πριν την συμπλήρωση των παραπάνω χρονικών ορίων, με πράξη του οργάνου που την αποφάσισε, εκτός αν επιβλήθηκε με τελεσίδική διοικητική πράξη πειθαρχική ποινή, οπότε λήγει με την έναρξη εκτέλεσής της.

 

3. Σε διαθεσιμότητα τίθενται υποχρεωτικά οι αστυνομικοί για όλο το χρονικό διάστημα που εκτίουν στερητική της ελευθερίας ποινή ή τελούν σε προσωρινή κράτηση. Σε περίπτωση αντικατάστασης της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους δεν διακόπτεται η διαθεσιμότητα. Η διάρκεια της υποχρεωτικής δεν υπολογίζεται στη διάρκεια της δυνητικής διαθεσιμότητας.

 

4. Σε διαθεσιμότητα τίθενται υποχρεωτικά και οι αστυνομικοί στους οποίους επιβλήθηκε ποινή απόταξης και διαγράφηκαν από τη δύναμη του Σώματος, σε περίπτωση που η απόφαση με την οποία επιβλήθηκε η ποινή αυτή ακυρώθηκε από διοικητικό δικαστήριο. Η διαθεσιμότητα αυτή διαρκεί μέχρι να αποφανθεί για την υπόθεση το αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο, που επιλαμβάνεται μετά την ακυρωτική απόφαση και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα (1) έτος.

 

5. Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 54 του παρόντος έχουν ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση της διαθεσιμότητας.

 

6. Η θέση του αστυνομικού σε διαθεσιμότητα δεν κωλύει την εκ νέου θέση αυτού στην ίδια κατάσταση για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα ή ποινικό αδίκημα. Στην περίπτωση όμως αυτή η νέα διαθεσιμότητα αρχίζει μετά τη λήξη της πρώτης.

 

7. Σε περίπτωση επιβολής ποινής αργίας για άλλο πειθαρχικό παράπτωμα, κατά το χρόνο που ο αστυνομικός τελεί σε διαθεσιμότητα, αναστέλλεται η κατάσταση της διαθεσιμότητας από την έναρξη έκτισης της ποινής και συνεχίζεται μετά την έκτιση της.

 

8. Οι τελούντες σε κατάσταση διαθεσιμότητας:

α) Δεν εκτελούν υπηρεσία από την επίδοση σ' αυτούς της σχετικής απόφασης αλλά υποχρεούνται, εφόσον κλητεύονται, να εμφανίζονται για εξέταση ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών και ανακριτικών αρχών, οπότε έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εν ενεργεία συναδέλφων τους, χωρίς να διακόπτεται η κατάσταση στην οποία τελούν.

 β) Δεν επιτρέπεται να φέρουν τη στολή ούτε να απομακρύνονται από την έδρα της Υπηρεσίας τους χωρίς την έγκριση, κατά περίπτωση, των αρμοδίων οργάνων που ορίζονται στην παρ. 1 .

γ) Υπόκεινται στις διατάξεις περί πειθαρχίας όπως και οι εν ενεργεία αστυνομικοί και

δ) Υποχρεούνται να παραδίδουν τον ατομικό οπλισμό και το υπηρεσιακό δελτίο ταυτότητας, οπότε εφοδιάζονται με σχετική βεβαίωση της Υπηρεσίας, που φέρει φωτογραφία με πολιτική περιβολή και τα στοιχεία της ταυτότητάς τους.

 

 

 

9. Ο χρόνος της διαθεσιμότητας, που διανύθηκε για πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο επακολούθησε η επιβολή της ποινής της απόταξης και εκείνος που διανύθηκε λόγω έκτισης στερητικής της ελευθερίας ποινής ή προσωρινής κράτησης, δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Σε περίπτωση επιβολής ποινής αργίας, ο χρόνος διαθεσιμότητας λογίζεται ως χρόνος έκτισης της ποινής αυτής. Αν επιβλήθηκε κατώτερη πειθαρχική ποινή ή δεν επιβλήθηκε ποινή, ο χρόνος της διαθεσιμότητας λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και αίρονται οι συνέπειες αυτής.

 

Άρθρο: 16

Προσωρινή μετακίνηση

 

 

1. Σε περίπτωση που σε βάρος αστυνομικού διατάσσεται Ε.Δ.Ε. για πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, μπορεί να διαταχθεί η προσωρινή μετακίνηση αυτού σε άλλη Υπηρεσία για όλο το χρονικό διάστημα που διαρκεί η εξέταση, αν η μετακίνηση αυτή κρίνεται αναγκαία για την καλύτερη διεξαγωγή της διοικητικής εξέτασης ή για το συμφέρον της υπηρεσίας.

2. Αρμόδιος για μεν τη λήψη του μέτρου είναι αυτός που διέταξε την Ε.Δ.Ε. ή οποιοσδήποτε ιεραρχικά προϊστάμενός του για δε τη λήξη, αυτός που αποφασίζει για την Ε.Δ.Ε.


Άρθρο: 17

Θέση εκτός υπηρεσίας

 

 

1. Σε περίπτωση, κατά την οποία λόγω απείθειας ή μέθης ή αντικανονικού της στολής κρίνεται ότι ο αστυνομικός δεν μπορεί να εκτελέσει υπηρεσία, επιβάλλεται σ' αυτόν το διοικητικό μέτρο της θέσης εκτός υπηρεσίας μέχρι ένα 8ωρο.

2. Το μέτρο αυτό επιβάλλεται από τους αρμόδιους για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και από τον εκτελούντα καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας βαθμοφόρο, είναι δε ανεξάρτητο από τις πειθαρχικές κυρώσεις, που προβλέπονται για το συγκεκριμένο πειθαρχικό παράπτωμα.

3. Ο αρμόδιος για τον έλεγχο της πειθαρχικής ποινής, που επιβάλλεται για το παράπτωμα συνεπεία του οποίου ο αστυνομικός τέθηκε εκτός υπηρεσίας, αποφαίνεται και για την επικύρωση ή μη του μέτρου αυτού. Σε περίπτωση επικύρωσης του μέτρου ο αστυνομικός στερείται των ανάλογων αποδοχών, ανεξάρτητα από την επιβολή ή όχι πειθαρχικής ποινής.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΟΙΝΩΝ

 


Άρθρο: 18

Συνέπειες της απόταξης

 

 

1. Οι αστυνομικοί στους οποίους επιβλήθηκε η ποινή της απόταξης διαγράφονται από τη δύναμη του Σώματος μετά 15 ημέρες από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το 15νθήμερο αυτό θεωρείται ως χρόνος υπηρεσίας για όλες τις συνέπειες.

2. Οι αστυνομικοί που τίθενται στην κατάσταση της απόταξης δεν εγγράφονται στα στελέχη της εφεδρείας και δεν μπορούν να επανέλθουν στην ενεργό υπηρεσία.

 

Άρθρο: 19

Συνέπειες της αργίας με απόλυση

 

1. Οι αστυνομικοί στους οποίους επιβάλλεται ποινή αργίας με απόλυση:

α) Δεν εκτελούν υπηρεσία από την επομένη της επίδοσης σ' αυτούς της σχετικής απόφασης, υποχρεούνται όμως να εμφανίζονται προς εξέταση ενώπιον των αρμοδίων δικαστικών και ανακριτικών αρχών, εφόσον κλητεύονται.

β) Δεν επιτρέπεται να φέρουν στολή και υπόκεινται σε όλες τις περί πειθαρχίας διατάξεις όπως οι εν ενεργεία αστυνομικοί και

γ) Υποχρεούνται να παραδίδουν τον ατομικό τους οπλισμό και το υπηρεσιακό δελτίο ταυτότητας, οπότε εφοδιάζονται με σχετική βεβαίωση της Υπηρεσίας, η οποία φέρει φωτογραφία με πολιτική περιβολή και τα στοιχεία της ταυτότητάς τους.

 

2. Οι αστυνομικοί που τίθενται σε κατάσταση αργίας με απόλυση υποβιβάζονται κατά αρχαιότητα στην επετηρίδα στις προβλεπόμενες για το βαθμό τους οργανικές θέσεις οι μεν Αξιωματικοί κατά 5% οι δε Ανθυπαστυνόμοι και Αρχιφύλακες κατά 3%, για κάθε μήνα αργίας. Για τους βαθμούς, των οποίων οι θέσεις είναι ενιαίες, ο αριθμός των οργανικών θέσεων υπολογίζεται για κάθε βαθμό στον αριθμό των θέσεων που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμού των ενιαίων θέσεων δια του αριθμού των βαθμών που εντάσσονται στις θέσεις αυτές. Οι κλασματικοί αριθμοί και τα κλασματικά υπόλοιπα, που προκύπτουν κατά τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσοστού υπολογίζονται στην αμέσως επομένη μονάδα ασχέτως του μεγέθους τους. Αν ο αριθμός των νεότερων ομοιοβάθμων δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση των θέσεων απώλειας αρχαιότητας, ο αριθμός αυτός συμπληρώνεται με θέσεις του αμέσως κατωτέρου βαθμού. Στην περίπτωση αυτή καθώς και όταν πρόκειται περί Υπαστυνόμων Β' και Αρχιφυλάκων, ο τιθέμενος σε αργία με απόλυση εντάσσεται στο τέλος των ομοιοβάθμων του και χάνει τις υπολειπόμενες θέσεις αμέσως μετά την προαγωγή αστυνομικών στους βαθμούς αυτούς.

 

3. Η κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου απώλεια των θέσεων υπολογίζεται με βάση την επετηρίδα που ισχύει κατά το χρόνο επιβολής της ποινής. Κατ' εξαίρεση, αν σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις αναβάλλεται ή παραλείπεται η οφειλόμενη κρίση εξαιτίας της υπόθεσης για την οποία επιβλήθηκε η ποινή, ο κατά τα ανωτέρω υπολογισμός των θέσεων γίνεται με βάση την επετηρίδα που ίσχυε πριν από την οφειλόμενη κρίση.

 

4. Ο χρόνος της αργίας με απόλυση σε καμιά περίπτωση δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και οι τελούντες στην κατάσταση αυτή λαμβάνουν το 50% του συνόλου των αποδοχών τους.

 

 

 

 

Άρθρο: 20

Συνέπειες Αργίας με πρόσκαιρη παύση

 

1. Ο χρόνος της αργίας με πρόσκαιρη παύση θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, με την επιφύλαξη του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 671/1977 (Φ.Ε.Κ. Α'-236).

2. Οι τελούντες στην κατάσταση της αργίας με πρόσκαιρη παύση λαμβάνουν το 60% του συνόλου των αποδοχών τους και

3. Οι διατάξεις της παρ. 1 του προηγουμένου άρθρου εφαρμόζονται και στην προκειμένη περίπτωση.

 

ΜΕΡΟΣ Β'

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ


Άρθρο: 21

Ασκηση πειθαρχικής δίωξης

 

1. Η δίωξη των πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των αρμοδίων γι' αυτή πειθαρχικών οργάνων και ενεργείται αυτεπάγγελτα με βάση τα στοιχεία που με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο περιέρχονται σ' αυτά.

 

2. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται:

α) Με απευθείας κλήση προς απολογία, αν πρόκειται για πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει κατώτερη πειθαρχική ποινή και β) Με την έκδοση διαταγής για διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης (Ε.Δ.Ε.), αν πρόκειται για πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή.

3. Για ελαφρά παραπτώματα, τα οποία προδήλως επισύρουν ποινή επίπληξης, ο αρμόδιος για την άσκηση της δίωξης, εκτιμώντας την εν γένει εντός και εκτός υπηρεσίας διαγωγή του αστυνομικού, μπορεί να θέσει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη απόφασή του. Στην περίπτωση που ο αρμόδιος να θέσει την υπόθεση στο αρχείο φέρει βαθμό κατώτερο του Αστυνομικού Διευθυντή, αυτός υποβάλει την υπόθεση στο Διευθυντή της Προϊσταμένης Διεύθυνσης ή εξομοιούμενης μ' αυτήν Υπηρεσίας, ο οποίος αποφασίζει τελεσίδικα για την έγκριση ή μη της αρχειοθέτησης.

 

Άρθρο: 22

Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης

 

 

1. Αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με την έκδοση διαταγής προς διενέργεια Ε.Δ.Ε., είναι ο Υπουργός και ο Υφυπουργός Εσωτερικών, ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης, ο Αρχηγός και ο Υπαρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου, οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας, και οι Προϊστάμενοι των Κλάδων για όλο το Αστυνομικό προσωπικό, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας, ο Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας Επισήμων και οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, για το προσωπικό των Υπηρεσιών τους. Αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης με την έκδοση διαταγής για διενέργεια Ε.Δ.Ε. είναι επίσης οι Διευθυντές των Αστυνομικών Διευθύνσεων και οι Διευθυντές Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης για το προσωπικό των Υπηρεσιών τους, με εξαίρεση τα παραπτώματα που προβλέπονται από το εδάφ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 10. Σε περίπτωση που ασκηθεί πειθαρχική δίωξη από περισσότερους συναρμοδίους για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα, κατισχύει η του ιεραρχικά ανωτέρου, στον οποίο υποβάλλονται οι διενεργηθείσες πράξεις οι οποίες παραμένουν έγκυρες.

 

2. Η Ε.Δ.Ε. διατάσσεται πάντοτε από αξιωματικό ανώτερο του διωκομένου.

3. Αρμόδιοι για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με απευθείας κλήση προς απολογία είναι εκτός από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο πειθαρχικά όργανα και οι αξιωματικοί ανεξαρτήτως βαθμού, για όλους τους κατά βαθμό κατώτερους αστυνομικούς, ανεξάρτητα αν αυτοί υπάγονται ή όχι διοικητικά σ' αυτούς καθώς και Ανθυπαστυνόμοι και Αρχιφύλακες, εφόσον είναι διοικητές υπηρεσιών, για το κατά βαθμό κατώτερο προσωπικό τους.

4. Οι αξιωματικοί της προηγούμενης παραγράφου όταν δεν είναι διοικητές Υπηρεσιών, μπορούν αντί να ασκήσουν πειθαρχική δίωξη κατά του αστυνομικού, να υποβάλλουν αναφορά κατ' αυτού. Την ίδια δυνατότητα έχουν και οι διοικητές υπηρεσιών, όταν ο ελεγχόμενος δεν υπάγεται διοικητικά σ' αυτούς.


Άρθρο: 23

Καταγγελίες κατά των αστυνομικών

 

 

1. Η εξέταση των πειθαρχικών παραπτωμάτων που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αστυνομικούς σε βάρος πολιτών, προηγείται της εξέτασης των άλλων πειθαρχικών παραπτωμάτων.

2. Η καταγγελία εναντίον αστυνομικών γίνεται με έγγραφη αναφορά ή προφορικά ενώπιον αξιωματικού, οπότε συντάσσεται σχετική έκθεση.

3. Ανώνυμες ή προφορικές καταγγελίες κατά αστυνομικών, για τις οποίες ο καταγγέλλων δεν δέχεται να υπογράψει σχετική έκθεση, δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για άσκηση πειθαρχικής δίωξης αλλά αν είναι συγκεκριμένες και συνιστούν, σε περίπτωση βασιμότητάς τους, πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή διατάσσεται προκαταρκτική εξέταση. Σε κάθε άλλη περίπτωση τίθενται στο αρχείο και εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 21.

4. Όποιος καταγγέλλει αστυνομικό δικαιούται να πληροφορείται ύστερα από αίτησή του το αποτέλεσμα της καταγγελίας του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ


Άρθρο: 24

Προκαταρκτική Διοικητική εξέταση

 

1. Η Προκαταρκτική Διοικητική Εξέταση (Π.Δ.Ε.) διενεργείται: α) Στην περίπτωση που απλώς πιθανολογείται ή δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για την τέλεση συγκεκριμένου πειθαρχικού παραπτώματος, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τελέσθηκε ή όχι πειθαρχικό παράπτωμα. β) Για την εξακρίβωση των συνθηκών τραυματισμού ή των αιτιών πάθησης αστυνομικών, προκειμένου να κριθεί αν έχουν σχέση με την υπηρεσία και γ) Για την εξακρίβωση περιστατικών ή συμβάντων που ενδιαφέρουν την Υπηρεσία.

2. Η Π.Δ.Ε. είναι μυστική διατάσσεται δε από ανώτερο αξιωματικό εκείνου κατά του οποίου στρέφεται και ενεργείται είτε από τον ίδιο το διατάξαντα ή κατόπιν διαταγής του από άλλον αξιωματικό ανώτερο ή αρχαιότερο εκείνου κατά του οποίου στρέφεται. Σε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία η συμπλήρωση της Π.Δ.Ε., εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 26.

3. Ο ενεργών την Π.Δ.Ε. εξετάζει τους μάρτυρες, συλλέγει κάθε αποδεικτικό στοιχείο προς διαπίστωση τέλεσης ή μη πειθαρχικού παραπτώματος και αν κατά την κρίση του προκύπτουν σαφείς ενδείξεις τέλεσης συγκεκριμένου πειθαρχικού παραπτώματος, καλεί εκείνον κατά του οποίου στρέφεται να δώσει έγγραφες εξηγήσεις, χωρίς να υποχρεούται να αναφέρει επιβαρυντικά γι' αυτόν περιστατικά. Η εξέταση του καταγγέλλοντος, των μαρτύρων καθώς και αυτών που έχουν οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση γίνεται προφορικά. Ο ενεργών όμως την Π.Δ.Ε. μπορεί να ζητά ή να δέχεται έγγραφα στοιχεία των ανωτέρω προσώπων και να εξετάζει αν κρίνει αναγκαίο ενόρκως τους μάρτυρες που θεωρεί ότι η μαρτυρία τους είναι ουσιώδης για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.

4. Αν κατά τη διενέργεια της Π.Δ.Ε. προκύψει ευθύνη αστυνομικού ανωτέρου ή αρχαιοτέρου εκείνου που τη διέταξε ή την ενεργεί, ο ενεργών αναφέρει γι' αυτό στον διατάξαντα, προκειμένου να ενεργήσει σχετικά.

5. Αν κατά τη διενέργεια της Π.Δ.Ε. διαπιστωθεί η διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει κατώτερη πειθαρχική ποινή, ο ενεργών αυτή καλεί σε απολογία τον υπαίτιο αστυνομικό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 και για την εκδίκαση του παραπτώματος εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ.2 του άρθρου 31 και του άρθρου 38 του παρόντος.

 


Άρθρο: 25

Απ' ευθείας κλήση προς απολογία

 

1. Η πειθαρχική δίωξη με απ' ευθείας κλήση προς απολογία ασκείται στην περίπτωση που ο αρμόδιος για αυτή έχει ιδία αντίληψη του πειθαρχικού παραπτώματος ή από τα στοιχεία που περιήλθαν σ' αυτόν καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο, προκύπτουν σαφείς ενδείξεις τελέσεως συγκεκριμένου πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει κατώτερη πειθαρχική ποινή. Ο εγκαλούμενος δικαιούται να λάβει γνώση των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου, να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων και απολογούμενος να προσκομίσει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και μέχρι δύο ένορκες βεβαιώσεις μάρτυρα, που συντάχθηκαν ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη.

2. Η κλήση σε απολογία περιέχει:

α) Τα στοιχεία του διωκομένου (βαθμός, αριθμός μητρώου, επώνυμο, όνομα και πατρώνυμο). β) Πλήρη και ακριβή προσδιορισμό των πράξεων που στοιχειοθετούν τα αποδιδόμενα στον αστυνομικό παραπτώματα καθώς και τις τυχόν ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκαν οι πράξεις αυτές. γ) Τον τόπο και χρόνο τέλεσης των πράξεων.

δ) Τις διατάξεις που προβλέπουν τα πειθαρχικά παραπτώματα.

ε) Την προθεσμία προς υποβολή έγγραφης απολογίας, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε (5) ημερών από την επίδοση της κλήσης. στ) Υπόμνηση των δικαιωμάτων που έχει ο εγκαλούμενος να λάβει γνώση των στοιχείων του φακέλου, να ζητήσει αντίγραφα των σχετικών εγγράφων και να προσκομίσει έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία μεταξύ των οποίων και μέχρι δύο ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων υπερασπίσεως, που συντάχθηκαν ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη και ζ) Τον τόπο και την ημερομηνία σύνταξης της κλήσης, την υπογραφή του ασκούντος την πειθαρχική δίωξη, το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του καθώς και τη σφραγίδα της Υπηρεσίας.

3. Η κλήση σε απολογία συντάσσεται σε δύο (2) αντίτυπα, από τα οποία το πρώτο παραμένει στο αρχείο της Υπηρεσίας και το δεύτερο επιδίδεται στον εγκαλούμενο με αποδεικτικό επίδοσης που συντάσσεται επί του σώματος του πρώτου αντιτύπου.

4. Σε περίπτωση που ο εγκαλούμενος αρνείται να παραλάβει την κλήση ή να υπογράψει το αποδεικτικό, γίνεται σχετική μνεία σ' αυτό από τον επιδίδοντα παρουσία μάρτυρα, ο οποίος προσυπογράφει το αποδεικτικό. Αν ο εγκαλούμενος αρνείται να προσέλθει προς παραλαβή της κλήσης, αυτή επιδίδεται στην κατοικία του σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κ.Ποιν. Δ.

5. Η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται και στην περίπτωση που ο εγκαλούμενος δεν υπέβαλε εμπρόθεσμα την απολογία του. Η απολογία που υποβάλλεται εκπρόθεσμα αλλά πριν την έκδοση της απόφασης ή την επικύρωση της ποινής, λαμβάνεται υπόψη.

6. Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως και συντάσσεται σε ύφος κόσμιο ο δε εγκαλούμενος περιορίζεται μόνο στα απαραίτητα για την υπεράσπισή του ζητήματα. Οι περιεχόμενες στην απολογία προσβλητικές εκφράσεις, κρίσεις ή σχόλια σε βάρος αστυνομικών που δεν είναι απαραίτητες για την υπεράσπισή του, αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα. Στην περίπτωση αυτή η πειθαρχική δίωξη ασκείται μετά την τελεσίδικη εκδίκαση του παραπτώματος.

7. Στην περίπτωση που ο εγκαλούμενος είναι διοικητής υπηρεσίας, η κλήση σε απολογία μπορεί να αντικατασταθεί με διαταγή, που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της κλήσης της παραγράφου 2. Η προθεσμία προς απολογία αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας παραλαβής της διαταγής από την Υπηρεσία του εγκαλουμένου και αν αυτός κωλύεται από την επομένη της άρσης του κωλύματος.

 

Άρθρο: 26

Ένορκη Διοικητική Εξέταση

 

1. Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.) διενεργείται όταν από τα υπάρχοντα στοιχεία προκύπτουν σαφείς ενδείξεις για την τέλεση συγκεκριμένου πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, προκειμένου να διαπιστωθούν η τέλεση ή μη αυτού, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε και ο τυχόν υπαίτιος.

2. Η Ε.Δ.Ε., με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 2622/1998, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2713/1999, διενεργείται: α) Για τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας από τον Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης. β) Για τους αντιστράτηγους από τον Αρχηγό και

γ) Για τους λοιπούς αστυνομικούς από αξιωματικό ανώτερο του εγκαλουμένου κατά το χρόνο της πειθαρχικής δίωξης, ο οποίος ορίζεται με τη σχετική διαταγή, εκτός αν ο διατάξας κρίνει ότι πρέπει να την ενεργήσει ο ίδιος. Η διενέργεια της Ε.Δ.Ε. κοινοποιείται στις ιεραρχικά προϊστάμενες Υπηρεσίες. Αν διαταχθεί συμπλήρωση της Ε.Δ.Ε., ανατίθεται είτε στον αξιωματικό που την ενήργησε είτε σε άλλον ανώτερο ή αρχαιότερο αυτού. Κατ' εξαίρεση, αν ο ενεργήσας την Ε.Δ.Ε. προήχθη λόγω αποστρατείας του, η συμπλήρωση αυτής μπορεί να ανατεθεί και σε αξιωματικό που φέρει το βαθμό που κατείχε ο διενεργήσας πριν την προαγωγή του. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της Ε.Δ.Ε. ανακύψει λόγος που κωλύει ή καθιστά δυσχερή την περαίωση αυτής από τον διενεργούντα αξιωματικό, η συνέχιση της μπορεί ν' ανατεθεί σε νεότερο ή κατώτερο αυτού, εφόσον δεν έχει εκδοθεί κλήση σε απολογία.

3. Με τη διαταγή διενέργειας Ε.Δ.Ε. ορίζεται και ο αξιωματικός που θα τη διενεργήσει. Κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις που η Ε.Δ.Ε. διατάσσεται από τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Εσωτερικών, το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, τον Αρχηγό, τους Αντιστρατήγους, τους Υποστρατήγους, τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και τους Ταξιάρχους διευθυντές αυτοτελών υπηρεσιακών μονάδων, ο ορισμός του αξιωματικού που θα διενεργήσει την Ε.Δ.Ε. μπορεί να ανατεθεί στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία απευθύνεται η σχετική διαταγή.

4. Η Ε.Δ.Ε. για τα πειθαρχικά παραπτώματα που αναφέρονται στο εδάφ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 10, ανατίθεται σε αξιωματικό Διεύθυνσης ή Υπηρεσίας που εξομοιώνεται μ' αυτή, άλλης από εκείνη στην οποία υπάγονται διοικητικά οι εγκαλούμενοι αστυνομικοί.

5. Η Ε.Δ.Ε. είναι έγγραφη και μυστική. Ο εγκαλούμενος παρίσταται ο ίδιος ή με το συνήγορό του σ' εκείνες τις ανακριτικές πράξεις που επιτρέπεται να παρίσταται κατά τις σχετικές διατάξεις του Κ. Ποιν. Δ.

6. Η Ε.Δ.Ε. δεν μπορεί να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων πειθαρχικών παραπτωμάτων για τα οποία προέκυψαν στοιχεία κατά τη διενέργειά της χωρίς νέα διαταγή αυτού που την διέταξε, εκτός αν είχε δοθεί σχετική εξουσιοδότηση με την αρχική διαταγή. Αν δεν υπήρξε τέτοια εξουσιοδότηση, ο διενεργών την εξέταση αναφέρει σχετικά στον διατάξαντα.

7. Στην περίπτωση που κατά τη διενέργεια της Ε.Δ.Ε. προκύψει ευθύνη αστυνομικού ανωτέρου ή αρχαιοτέρου εκείνου που τη διέταξε ή που την ενεργεί, ο ενεργών αναφέρει γι' αυτό στον διατάξαντα ή στον άμεσα ιεραρχικά προϊστάμενό του προκειμένου να ενεργήσουν σχετικά.

8. Αν από την Ε.Δ.Ε. προκύψουν σαφείς ενδείξεις τέλεσης συγκεκριμένου πειθαρχικού παραπτώματος από συγκεκριμένο αστυνομικό, αυτός καλείται σε απολογία. Η κλήση σε απολογία είναι γραπτή και περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στις περιπτώσεις α', β', γ', δ' και ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 25 και επιδίδεται πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες προ της εμφάνισής του σε απολογία. Η κλήση περιλαμβάνει επίσης τη διαταγή με βάσει την οποία ενεργείται η Ε.Δ.Ε. και μνεία των αναφερομένων στην παράγραφο 10 δικαιωμάτων του εγκαλουμένου.

9. Στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι εγκαλούμενοι που απολογήθηκαν, ο ενεργών την Ε.Δ.Ε. υποχρεούται να γνωστοποιήσει εγγράφως το πέρας αυτής στους εγκαλουμένους, κάνοντας μνεία ότι υπήρξαν και απολογίες άλλων.

10. Ο καλούμενος σε απολογία δικαιούται:

α) Να λάβει γνώση των σχετικών εγγράφων της πειθαρχικής δικογραφίας για την οποία συντάσσεται σχετική έκθεση που προσυπογράφει. β) Να ζητήσει, με γραπτή αίτηση και δαπάνη του αντίγραφα των εγγράφων της δικογραφίας, εκτός από εκείνα τα οποία από ειδικές διατάξεις χαρακτηρίζονται ως απόρρητα. Στην τελευταία περίπτωση χορηγούνται μόνο τα στοιχεία εκείνα που αφορούν την κρινόμενη υπόθεσή του. γ) Να εμφανίζει προς εξέταση ενώπιον του ενεργούντος την Ε.Δ.Ε. μέχρι τρεις (3) μάρτυρες υπεράσπισης. δ) Να παρίσταται με συνήγορο κατά την απολογία του και σε κάθε μεταγενέστερη εξέτασή του. Ο διορισμός του συνηγόρου γίνεται με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στην έκθεση απολογίας του είτε με απλή έγγραφη αναφορά που τίθεται στη δικογραφία και ε) Να λάβει γνώση των απολογιών των τυχόν λοιπών εγκαλουμένων και να υποβάλει συμπληρωματικά, άπαξ εντός 5νθημέρου, απολογητικό υπόμνημα. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την επομένη της γνωστοποιήσεως σε αυτόν του πέρατος της εξέτασης.

11. Οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 25, έχουν ανάλογη εφαρμογή.

12. Σε περίπτωση που διαταχθεί συμπλήρωση της ενεργηθείσης Ε.Δ.Ε. και προκύψουν νέα στοιχεία, που είτε μεταβάλλουν επί το βαρύτερο το χαρακτηρισμό του παραπτώματος είτε συνιστούν νέο πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο υπάρχει σχετική αρμοδιότητα, ο εγκαλούμενος καλείται από τον ενεργούντα σε συμπληρωματική απολογία οπότε μπορεί να ασκήσει εκ νέου τα δικαιώματά του. Σε κάθε άλλη περίπτωση συμπλήρωσης της Ε.Δ.Ε., καλείται μόνο να λάβει γνώση των στοιχείων που προέκυψαν μεταγενέστερα οπότε μπορεί να υποβάλει συμπληρωματικό υπόμνημα.

13. Ο ενεργών την Ε.Δ.Ε. μπορεί αν κρίνει ότι κατώτε-ρός του έχει οποιαδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση που ερευνά, να τον καλέσει να υποβάλει σχετική έγγραφη αναφορά χωρίς να υποχρεούται να αναφέρει επιβαρυντικά για αυτόν περιστατικά.

14. Η Ε.Δ.Ε. περατούται εντός της οριζόμενης από τον διατάξαντα προθεσμίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, εάν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, για μια ακόμη φορά από τον διατάξαντα, με αιτιολογημένη απόφασή του, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες.


Άρθρο: 27

'Ένορκη Διοικητική Εξέταση που δε συνιστά άσκηση πειθαρχικής δίωξης

 

1. Οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 είναι αρμόδιοι να διατάξουν Ε.Δ.Ε. που δε συνιστά άσκηση πειθαρχικής δίωξης και ενεργείται από τους αναφερομένους στην παράγραφο 2 του άρθρου 26 αξιωματικούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

2. Η Ε.Δ.Ε. περατούται εντός της οριζόμενης από τον διατάξαντα προθεσμίας, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4)μήνες. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, εάν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, για μια ακόμη φορά από τον διατάξαντα, με αιτιολογημένη απόφασή του, για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες.

3. Η Ε.Δ.Ε. αυτή διατάσσεται από αξιωματικό ανώτερο εκείνου κατά του οποίου στρέφεται στις κατωτέρω περιπτώσεις: α) Απώλειας ή φθοράς υλικού ή άλλων αξιών του Δημοσίου για τον καταλογισμό της αξίας αυτών που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις. β) Τροχαίου ατυχήματος στο οποίο εμπλέκεται υπηρεσιακό όχημα, για την αποτίμηση των προκληθεισών ζημιών και τον καταλογισμό αυτών, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. γ) Θανάτου αστυνομικού κατά τη διάρκεια διατεταγμένης υπηρεσίας ή εκτός υπηρεσίας, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο θάνατος δεν οφείλεται σε παθολογικά αίτια και δ) Όταν προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

4. Αν κατά τη διενέργεια της Ε.Δ.Ε. βεβαιωθεί πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, ο ενεργών αυτήν ασκεί αν είναι αρμόδιος την πειθαρχική δίωξη σύμφωνα με το άρθρο 26, άλλως αναφέρει σχετικά στο αρμόδιο όργανο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης. Σε περίπτωση που βεβαιωθεί πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει κατώτερη πειθαρχική ποινή, καλεί τον υπαίτιο σε απολογία, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 8, 10 και 11 του προηγουμένου άρθρου και για την εκδίκαση του παραπτώματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 39.

 


Άρθρο: 28

Κωλύματα για ενέργεια Διοικητικών Εξετάσεων

 

1. Κωλύεται να διενεργήσει διοικητική εξέταση όποιος:

α) Είναι συγγενής εξ αίματος του εγκαλουμένου ή του εγκαλούντος κατ' ευθεία μεν γραμμή απεριόριστα, εκ πλαγίου δε μέχρι τετάρτου βαθμού και εξ αγχιστείας μέχρι τρίτου ή σύζυγος αυτών. Τα κωλύματα της συγγένειας από αγχιστεία και της συζυγικής σχέσης εξακολουθούν να υφίστανται και μετά τη λύση του γάμου.

β) 'Έχει ιδιαίτερη φιλία ή έχθρα με τον εγκαλούμενο ή τον εγκαλούντα ή συντρέχουν στο πρόσωπό του γεγονότα ικανά να δικαιολογήσουν εύλογη δυσπιστία για την αμεροληψία του. γ) Κατήγγειλε την πράξη για την οποία διατάχθηκε η εξέταση. δ) Φέρεται βάσει ενδείξεων, ότι έχει ευθύνη για την πράξη που αποτελεί αντικείμενο της εξέτασης. ε) 'Έχει συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και

στ) 'Έχει εξετασθεί ως μάρτυρας ή έχει γνωμοδοτήσει ως πραγματογνώμονας στην ίδια υπόθεση.

2. Ο αξιωματικός στο πρόσωπο του οποίου υπάρχει κώλυμα υποχρεούται, μετά τη λήψη της διαταγής με την οποία του ανατέθηκε η διενέργεια της εξέτασης, να γνωστοποιήσει αμέσως το κώλυμα σ' αυτόν που τον όρισε, με αναφορά του στην οποία πρέπει να εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι του κωλύματός του και να επισυνάπτονται τα αναγκαία για την απόδειξή του στοιχεία. Η ίδια υποχρέωση υπάρχει και όταν το κώλυμα προκύψει κατά την διάρκεια της εξέτασης.

3. Η από πρόθεση αποσιώπηση κωλύματος και η αναληθής επίκληση αυτού με σκοπό την αποφυγή της διενέργειας της εξέτασης, συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα, χωρίς να αποκλείεται και εφαρμογή του άρθρου 254 του Π.Κ.

4. Σε περίπτωση που η διοικητική εξέταση στρέφεται κατά συγκεκριμένου αστυνομικού, η σχετική διαταγή κοινοποιείται σ' αυτόν ο οποίος, μέσα σε τρεις ημέρες από της κοινοποιήσεως δικαιούται, άπαξ με γραπτή αναφορά, να ζητήσει την εξαίρεση του αξιωματικού στον οποίο ανατέθηκε η εξέταση για κάποιο από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 κωλύματα, επισυνάπτοντας και τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία. Αν ο λόγος εξαίρεσης προκύψει κατά τη διάρκεια της εξέτασης, η αίτηση εξαίρεσης μπορεί να υποβληθεί μέχρι και της απολογίας του εγκαλουμένου.

5. Σε περίπτωση που η διοικητική εξέταση διενεργείται από τον διατάξαντα, αυτή κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο προκειμένου να ασκήσει το αναφερόμενο στην προηγούμενη παράγραφο δικαίωμά του.

6 Η επίκληση εν γνώσει αναληθούς λόγου εξαίρεσης συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

7. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της Ε.Δ.Ε. προκύψει ευθύνη σε βάρος αστυνομικού, κατά του οποίου δεν είχε αρχικά ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, κοινοποιείται σ' αυτόν η διενέργεια της Ε.Δ.Ε. και εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4.

8. Αν η διοικητική εξέταση στρέφεται σε βάρος περισσοτέρων αστυνομικών, το κώλυμα που τυχόν συντρέχει στο πρόσωπο του ενεργούντος για έναν απ' αυτούς λογίζεται ως κώλυμα και για τους λοιπούς εγκαλουμένους.

9. Αρμόδιος να αποφασίσει για το κώλυμα ή την αίτηση εξαίρεσης είναι εκείνος που με διαταγή του οποίου ορίσθηκε ο ενεργών την εξέταση. Κατ' εξαίρεση, αν ο αξιωματικός που ενεργεί την εξέταση ορίσθηκε από τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Εσωτερικών ή το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, αρμόδιος να αποφασίσει είναι ο Αρχηγός του Σώματος και στην περίπτωση που η εξέταση διενεργείται από εκείνον που τη διέταξε, αρμόδιος είναι ο αμέσως ιεραρχικά προϊστάμενός αυτού.

10. Η δήλωση κωλύματος και η αίτηση εξαίρεσης αναστέλλουν τη διενέργεια της διοικητικής εξέτασης μέχρι να εκδοθεί σχετική απόφαση. Σε περίπτωση που αυτές απορριφθούν, συνεχίζεται η εξέταση από τον ίδιο αξιωματικό, διαφορετικά ορίζεται άλλος αξιωματικός για τη διενέργειά της, οι ανακριτικές όμως πράξεις που διενεργήθηκαν παραμένουν έγκυρες.

 

Άρθρο: 29

Πόρισμα Διοικητικών Εξετάσεων

 

 

1. Οι διοικητικές εξετάσεις περατούνται με τη σύνταξη πορίσματος από τον διενεργήσαντα που περιλαμβάνει ιδίως, τον τόπο και τον χρόνο σύνταξής , το βαθμό, το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητα του συντάκτη, τη διαταγή και τις σχετικές διατάξεις με τις οποίες διενεργήθηκε η εξέταση, τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξειδικεύεται το περιεχόμενο αυτών εκτός αν αυτό κρίνεται αναγκαίο και το συμπέρασμα. Στο συμπέρασμα αναφέρεται η κρίση του συντάκτη για το αν διαπράχθηκε ή όχι πειθαρχικό παράπτωμα και ποιο για τις περιπτώσεις της Ε.Δ.Ε. της παρ. 1 του άρθρου 26 και της Π.Δ.Ε. ή για το αντικείμενο της Ε.Δ.Ε. που η διαταγή διενέργειάς της δεν συνιστά άσκηση πειθαρχικής δίωξης ή της Π.Δ.Ε. για τις περιπτώσεις των εδαφ. β' και γ' της παρ. 1 του άρθρου 24. Σε περίπτωση που προκύψει πειθαρχική ευθύνη, το πόρισμα περιλαμβάνει με σαφήνεια και ακρίβεια τα στοιχεία του πειθαρχικού παραπτώματος, τις διατάξεις που το προβλέπουν καθώς και τα στοιχεία του υπαιτίου.

2. Η παράλειψη αναφοράς ενός ή περισσοτέρων εκ των ανωτέρω στοιχείων στο πόρισμα δεν επιφέρει ακυρότητα, εκτός αν από την παράλειψη προκλήθηκε βλάβη στον εγκαλούμενο.

3. Το πόρισμα υπογράφεται από το συντάκτη, μονογράφεται κάθε σελίδα του και υποβάλλεται ιεραρχικά στον αρμόδιο να αποφασίσει.

 

Άρθρο: 30

Ταξινόμηση και αρίθμηση των εγγράφων της διοικητικής εξέτασης

 

1. Η πειθαρχική δικογραφία αποτελείται από τα έγγραφα, τα αποδεικτικά μέσα και το πόρισμα. Τα έγγραφα της δικογραφίας και το πόρισμα, ταξινομούνται κατ' αύξοντα αριθμό και καταχωρούνται σε πίνακα περιεχομένων εγγράφων με τη σειρά που αριθμήθηκαν, στον οποίο γίνεται μνεία και των τυχόν πειστηρίων. Το πόρισμα λαμβάνει τον αριθμό (1) και ακολουθεί η ταξινόμηση και αρίθμηση των λοιπών εγγράφων με πρώτη τη διαταγή διενέργεια της διοικητικής εξέτασης και των επισυναπτομένων σ' αυτή εγγράφων.

2. Σε περίπτωση συμπλήρωσης της διοικητικής εξέτασης τα νέα έγγραφα της δικογραφίας ταξινομούνται και αριθμούνται, κατά τα ανωτέρω, με πρώτο το νέο πόρισμα και καταχωρούνται σε νέο πίνακα περιεχομένων. Η αρίθμηση των νέων εγγράφων συνεχίζεται από τον τελευταίο αριθμό της αρχικής αρίθμησης και γίνεται μνεία των τυχόν νέων πειστηρίων.

 

 

Άρθρο: 31

Αρμόδιοι να αποφασίσουν για τις διοικητικές εξετάσεις

 

1. Αρμόδιοι να αποφασίσουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 για τις Ε.Δ.Ε. της παραγράφου 1 του άρθρου 26 είναι : α) Ο Υπουργός Εσωτερικών, αν η Ε.Δ.Ε. αφορά Αντιστρατήγους. β) Ο Υφυπουργός Εσωτερικών αν η Ε.Δ.Ε. αφορά Υποστρατήγους ή αν διενεργήθηκε από το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης ή τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας. γ) Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, αν η Ε.Δ.Ε. αφορά Ταξιάρχους ή Αστυνομικούς Διευθυντές ή αν διενεργήθηκε από τους Αντιστρατήγους ή τους προϊσταμένους των κλάδων του Αρχηγείου. δ) Ο Προϊστάμενος Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, αν διενεργήθηκαν από τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές, το Διευθυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας, ή το Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλειας Επισήμων ή αν αφορούν αστυνομικούς μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή και διενεργήθηκαν από αξιωματικούς των Διευθύνσεων των Κλάδων του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, των αυτοτελών Κεντρικών Υπηρεσιών, της Δ/νσης Εξωτερικής Φρούρησης Φυλακών Σωφρονιστικών Καταστημάτων (Δ.Ε.Φ.Φ.Σ.Κ.), της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.), της Υπηρεσίας Παλλαϊκής Άμυνας /Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (Π.ΑΜ / Π.Σ.Ε.Α) και των ασφαλιστικών φορέων του αστυνομικού προσωπικού και ε) Οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας και ο Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλειας Επισήμων, αν αφορούν αστυνομικούς μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή και διενεργήθηκαν από αξιωματικούς των υπηρεσιών της δικαιοδοσίας τους.

2. Για τις Π.Δ.Ε. και τις Ε.Δ.Ε. της παραγράφου 1 του άρθρου 27, αρμόδιοι να αποφασίσουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 27 και των άρθρων 38 και 39, είναι αυτοί που διέταξαν τη διενέργειά τους και αν τις διενήργησαν οι ίδιοι, ο άμεσα ιεραρχικά προϊστάμενός τους.

3. Σε περίπτωση που η Ε.Δ.Ε. αφορά αστυνομικούς διαφόρων βαθμών για τους οποίους, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, είναι αρμόδια να αποφασίσουν διαφορετικά πειθαρχικά όργανα, αποφαίνεται για όλους το πειθαρχικό όργανο που είναι αρμόδιο για τον ανώτερο κατά βαθμό από αυτούς.

4. Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας μπορεί για τις Ε.Δ.Ε. της παραγράφου 1 του άρθρου 26, εφόσον τα αρμόδια κατά τα εδάφ. γ' και δ' της παραγράφου 1 πειθαρχικά όργανα έκριναν μη παραπεμπτέο τον εγκαλούμενο στο πειθαρχικό συμβούλιο και ή έθεσαν την υπόθεση στο αρχείο ή επέβαλαν κατώτερη πειθαρχική ποινή και δεν έχει παρέλθει τρίμηνο από τη λήψη της σχετικής απόφασης, να διατάσσει την υποβολή της σχετικής δικογραφίας στον ίδιο προκειμένου να κρίνει εξ' υπαρχής την υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 39. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση με την οποία τυχόν επιβλήθηκε κατώτερη πειθαρχική ποινή ή η πράξη με την οποία η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, είναι αυτοδικαίως άκυρες η δε τυχόν ασκηθείσα από τον εγκαλούμενο και μη εκδικασθείσα προσφυγή θεωρείται ως μη γενομένη.

5. Οι αρμόδιοι ν' αποφασίσουν για τις διοικητικές εξετάσεις και οι ενδιάμεσα γνωματεύοντες επί των πορισμάτων αυτών, εφόσον επισημαίνουν συγκεκριμένες ελλείψεις, μπορούν να επιστρέφουν τη σχετική δικογραφία για συμπλήρωση.

 

 


Άρθρο: 32

Γνωματεύσεις επί των Πορισμάτων των διοικητικών εξετάσεων

 

 

1. Για τα πορίσματα των διοικητικών εξετάσεων γνωματεύουν τα ιεραρχικά προϊστάμενα όργανα αυτού που ενήργησε την εξέταση μέχρι του αρμόδιου να αποφασίσει. Η γνωμάτευση ενσωματώνεται στο πόρισμα και σε περίπτωση διαφωνίας αιτιολογείται.

2. Τα πορίσματα που συντάσσονται από τους Αντιστρατήγους, τους Προϊσταμένους των Κλάδων, τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και τους Διευθυντές των Αυτοτελών Κεντρικών Υπηρεσιών, δεν υπόκεινται σε γνωμάτευση.

3. Στην περίπτωση που τη διοικητική εξέταση διενεργεί αξιωματικός ο οποίος υπηρετεί σε αυτοτελή Διεύθυνση του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, στην οποία προΐσταται πολιτικός υπάλληλος, για το πόρισμα γνωματεύει ο αρχαιότερος αξιωματικός που υπηρετεί στην υπηρεσία αυτή, άλλως το πόρισμα υποβάλλεται χωρίς γνωμάτευση στο αρμόδιο να αποφασίσει πειθαρχικό όργανο.


Άρθρο: 33

Σύνταξη εκθέσεων -Επιδόσεις εγγράφων της προδικασίας

 

 

1. Οι διατάξεις του Κ. Ποιν. Δ., που αφορούν στα αποδεικτικά μέσα, την κλήτευση, τον όρκο, την εξέταση και τις συνέπειες της μη εμφάνισης των μαρτύρων, τον τρόπο εξέτασης του εγκαλουμένου, καθώς και τον τύπο των εκθέσεων εφαρμόζονται αναλόγως εφόσον τα θέματα αυτά δεν ρυθμίζονται από διατάξεις του παρόντος. Στη σύνταξη των εκθέσεων συμπράττει ως γραμματέας βαθμοφόρος ανακριτικός υπάλληλος.

2. Η μετά από παραγγελία ανακριτική πράξη διενεργείται από αξιωματικό ανώτερο ή αρχαιότερο του εγκαλουμένου.

3. Η επίδοση των εγγράφων της προδικασίας στον εγκαλούμενο, γίνεται από αυτόν που διενεργεί την εξέταση ή με μέριμνα του προϊσταμένου της Υπηρεσίας του εγκαλουμένου. Κατ' εξαίρεση η επίδοση γίνεται: α) Στον προϊστάμενο της τελευταίας Υπηρεσίας του αν αυτός απουσιάζει παράνομα. β) Στην κατοικία του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 155 του Κ. Ποιν. Δ., αν αυτός βρίσκεται σε κατάσταση διαθεσιμότητας ή ετήσιας άδειας λόγω νοσήματος ή αργίας ή έχει διαγραφεί από το Σώμα. γ) Στο σύζυγό του ή αν δεν υπάρχει σύζυγος, σε έναν από τους γονείς ή τους αδελφούς ή σε άλλους συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας έως και τον τρίτο βαθμό και σε περίπτωση μη ανεύρεσης αυτών, στην αστυνομική αρχή της τελευταίας γνωστής διαμονής του, αν αυτός είναι αγνώστου διαμονής και δ) Στον τυχόν διορισμένο αντίκλητο κατά τις διατάξεις του άρθρου 84 Κ. Ποιν. Δ. ή στον προϊστάμενο της Υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά, αν δεν έχει διορισθεί αντίκλητος, όταν ο εγκαλούμενος είναι στην ενέργεια και διαμένει στο εξωτερικό.

4. Σε όλα τα στάδια της πειθαρχικής διαδικασίας επιτρέπεται στον εγκαλούμενο να παρίσταται με συνήγορο.

 

 

 

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ

ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Άρθρο: 34

Πειθαρχικά όργανα - Πειθαρχική δικαιοδοσία

 

1. Πειθαρχική εξουσία ασκούν:

α) Τα αρμόδια πειθαρχικά συμβούλια και

β) Τα μονομελή πειθαρχικά όργανα που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 2.

2. Τα Πειθαρχικά Συμβούλια είναι:

α) Τα Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια ανθυπαστυνόμων, αρχιφυλάκων και αστυφυλάκων, που εκδικάζουν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αντιστοίχως, τα πειθαρχικά παραπτώματα αστυνομικών των ανωτέρω βαθμών. β) Τα Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Πειθαρχικά Συμβούλια αξιωματικών, που εκδικάζουν σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, αντιστοίχως, τα πειθαρχικά παραπτώματα που αφορούν αξιωματικούς από το βαθμό του Υπαστυνόμου Β' μέχρι και το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή καθώς και τους συμπαραπεμπόμενους σ' αυτά αστυνομικούς κατωτέρων βαθμών. γ) Το Ανώτερο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που εκδικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό τα πειθαρχικά παραπτώματα των Ταξιαρχών και των Αστυνομικών Διευθυντών και δ) Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, που εκδικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό τα πειθαρχικά παραπτώματα των Αντιστρατήγων και των Υποστρατήγων.

3. Τα πειθαρχικά συμβούλια, πλην του ανωτάτου, συγκροτούνται τον Απρίλιο κάθε έτους με απόφαση του Αρχηγού, με την οποία καθορίζεται η αρμοδιότητά τους και ορίζονται τα τακτικά και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη τους με ετήσια θητεία. Τα τακτικά μέλη σε περίπτωση κωλύματος αναπληρώνονται από τα αντίστοιχα αναπληρωματικά μέλη. Τα πειθαρχικά συμβούλια των εδαφίων α' και β' της προηγούμενης παραγράφου λειτουργούν στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη τα δε άλλα μόνο στην Αθήνα. Το ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο συγκροτείται στον ίδιο χρόνο με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξης.

4. Τα πειθαρχικά συμβούλια συγκροτούνται:

α) Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ανθυπαστυνόμων, αρχιφυλάκων και αστυφυλάκων από ένα (1) Αστυνομικό Υποδιευθυντή ως Πρόεδρο, δύο (2) Αστυνόμους Α' και δύο (2) Αστυνόμους Α' ή Β' . Οι δύο (2) τελευταίοι προτείνονται, ανά ένας, από τα διοικητικά συμβούλια των ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών ενώσεων των αξιωματικών και αστυνομικών υπαλλήλων. β) Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ανθυπαστυνόμων, αρχιφυλάκων και αστυφυλάκων από ένα (1) Αστυνομικό Διευθυντή ως Πρόεδρο, δύο (2) Αστυν. Υποδ/ντές, ως και δύο (2) αξιωματικούς με το βαθμό του Αστυνόμου Α'. Οι δύο (2) τελευταίοι προτείνονται, ανά ένας, από τα διοικητικά συμβούλια των ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών ενώσεων των αξιωματικών και αστυνομικών υπαλλήλων. γ) Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αξιωματικών από ένα (1) Ταξίαρχο ως πρόεδρο και τέσσερις (4) Αστυνομικούς Διευθυντές, εκ των οποίων οι δύο (2) προτείνονται, ανά ένας, από τα διοικητικά συμβούλια των ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών ενώσεων των Αξιωματικών και αστυνομικών υπαλλήλων. δ) Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αξιωματικών από ένα (1) Ταξίαρχο, ως πρόεδρο και τέσσερις (4) Αστυνομικούς Διευθυντές, εκ των οποίων οι δύο (2) προτείνονται, ανά ένας, από τα διοικητικά συμβούλια των ομοσπονδιών των συνδικαλιστικών ενώσεων των αξιωματικών και αστυνομικών υπαλλήλων. Ο Πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου είναι αρχαιότερος του προέδρου του Πρωτοβαθμίου Πειθαρχικού Συμβουλίου. ε) Το Ανώτερο Πειθαρχικό Συμβούλιο από τρεις (3) Υποστρατήγους εκ των οποίων ο αρχαιότερος εκτελεί καθήκοντα προέδρου και στ) Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο από τον Αρχηγό, ως Πρόεδρο, τον Υπαρχηγό και τον αρχαιότερο Αντιστράτηγο της Ελληνικής Αστυνομίας, ως μέλη. Σε περίπτωση που εγκαλούμενος είναι ο Υπαρχηγός ή ο αρχαιότερος Αντιστράτηγος της Ελληνικής Αστυνομίας, τα μέλη του συμβουλίου αναπληρώνονται από δύο (2) ή ένα (1) Αντιστρατήγους του Στρατού Ξηράς αντιστοίχως.

5. Τα διοικητικά συμβούλια των ομοσπονδιών συνδικαλιστικών ενώσεων, κατ' έτος και κατά το πρώτο δεκαήμερο του Απριλίου, προτείνουν εγγράφως στο Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας τα οριζόμενα απ' αυτά μέλη των πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία για μεν τα συμβούλια της Αθήνας προέρχονται από Υπηρεσίες που έχουν την έδρα τους στο νομό Αττικής για δε τα συμβούλια της Θεσσαλονίκης από Υπηρεσίες που έχουν την έδρα τους στο νομό Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση που παρέλθει άπρακτη η ανωτέρω προθεσμία, η σύνθεση των συμβουλίων συμπληρώνεται με την απόφαση συγκρότησης του Αρχηγού.

6. Καθήκοντα εισηγητή του ανωτέρου και ανωτάτου πειθαρχικού συμβουλίου εκτελεί μέλος του συμβουλίου που ορίζεται από τον πρόεδρο και καθήκοντα γραμματέα ανώτερος αξιωματικός που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του με την απόφαση συγκρότησης τους. Καθήκοντα εισηγητή και γραμματέα στα άλλα πειθαρχικά συμβούλια εκτελεί το νεότερο κατά σειρά αρχαιότητας μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου, που έχει προταθεί από την Υπηρεσία. Οι πρόεδροι και οι εισηγητές των μεν πειθαρχικών συμβουλίων των εδαφ. α' και β' της παραγράφου 4 είναι αποκλειστικής απασχόλησης των δε εδαφ. γ' και δ' της ίδιας παραγράφου μερικής απασχόλησης.

7. Τα πειθαρχικά συμβούλια των εδαφ. α' β' γ' και δ' της παραγράφου 4, βρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τρία (3) μέλη μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Για το σχηματισμό της απαρτίας δεν υπολογίζονται τα μέλη που ορίζονται από τα διοικητικά συμβούλια των συνδικαλιστικών ενώσεων.

8. Η καθ' ύλην αρμοδιότητα των πειθαρχικών συμβουλίων δεν μεταβάλλεται από το βαθμό που αποκτά ο παραπεμπόμενος αστυνομικός συνεπεία της αποστρατείας του.

 

Άρθρο: 35

Κωλύματα και λόγοι εξαίρεσης των μελών Πειθαρχικών Συμβουλίων

 

 

1. Κωλύεται να είναι μέλος πειθαρχικού συμβουλίου όποιος: α) ενήργησε την Ε.Δ.Ε. για την υπόθεση, που πρόκειται να εκδικασθεί. β) γνωμάτευσε για την παραπομπή του εγκαλουμένου στο συμβούλιο. γ) εμπίπτει στα κωλύματα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 28 ή ενήργησε ή συμμετείχε σε οποιαδήποτε πράξη της σχετικής προδικασίας. δ) έχει τιμωρηθεί έστω και σε πρώτο βαθμό με πειθαρχική ποινή προστίμου και άνω. ε) μετείχε στη σύνθεση του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου που εκδίκασε την ίδια υπόθεση και (στ) 'Εχει κριθεί δυσμενώς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 30 του π.δ. 24/1997 (Α'-29) κατά την τελευταία δεκαετία.

2. Τα ανωτέρω κωλύματα συνιστούν και λόγους εξαίρεσης.

3. Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων δεν εφαρμόζονται για τα μέλη του ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου.



Άρθρο: 36

Δικαιοδοσία Πειθαρχικών Οργάνων

 

1. Τα πειθαρχικά συμβούλια επιβάλλουν οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή στους αστυνομικούς που παραπέμπονται σ' αυτά.

2. Τα μονομελή πειθαρχικά όργανα επιβάλλουν τις κατώτερες πειθαρχικές ποινές της Επίπληξης και του προστίμου ως ακολούθως:

α) Ο Υπουργός και ο Υφυπουργός Εσωτερικών, ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης και ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας πρόστιμο μέχρι τρεις (3) μηνιαίους βασικούς μισθούς (Μ.Β.Μ.).

β) Οι ανώτατοι αξιωματικοί πρόστιμο μέχρι δύο (2) Μ.Β.Μ.

γ) Οι ανώτεροι αξιωματικοί πρόστιμο μέχρι ένα (1) Μ.Β.Μ. και

δ) Οι κατώτεροι αξιωματικοί πρόστιμο μέχρι (1/2) του Μ.Β.Μ.

 

3. Οι Αξιωματικοί που φέρουν το βαθμό Υπαστυνόμου Α' και Υπαστυνόμου Β' επιβάλλουν την ποινή του προστίμου σε αξιωματικούς, εφόσον ασκούν διοίκηση.

4. Την ποινή της επίπληξης επιβάλλουν και οι Ανθυπαστυνόμοι και Αρχιφύλακες που ασκούν διοίκηση.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ

ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΜΟΝΟΜΕΛΗ ΟΡΓΑΝΑ

 


Άρθρο: 37

Διαδικασία μετά από απευθείας κλήση σε απολογία

 

 

1. Σε περίπτωση που η πειθαρχική δίωξη έχει ασκηθεί με απ' ευθείας κλήση προς απολογία από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα μέχρι και το βαθμό του Υποστρατήγου, αυτός που άσκησε τη δίωξη προβαίνει μετά το πέρας της σχετικής προδικασίας στις ακόλουθες ενέργειες: α) Αν κρίνει ότι τα πραγματικά περιστατικά, που αποδόθηκαν στον εγκαλούμενο δεν συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα ή ότι γι' αυτά δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής ποινής λόγω παραγραφής ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη του. Η πράξη της αρχειοθέτησης με τη σχετική αλληλογραφία υποβάλλεται ιεραρχικά στο αρμόδιο για την επικύρωση της ποινής πειθαρχικό όργανο, που είτε επικυρώνει την αρχειοθέτηση είτε επιβάλλει ποινή. β) Αν κρίνει ότι στοιχειοθετείται πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο έχει πειθαρχική δικαιοδοσία, επιβάλλει την προσήκουσα πειθαρχική ποινή με αιτιολογημένη απόφασή του την οποία, μαζί με τη σχετική αλληλογραφία, υποβάλλει ιεραρχικά στο αρμόδιο για τον έλεγχο των ποινών πειθαρχικό όργανο. Στην περίπτωση αυτή συντάσσει πίνακα ποινής που συνυποβάλλεται στο αρμόδιο για τον έλεγχο των ποινών πειθαρχικό όργανο και περιλαμβάνει το βαθμό, τον αριθμό μητρώου, το ονοματεπώνυμο και το πατρώνυμο του τιμωρηθέντος, το αιτιολογικό και το είδος της ποινής και σε περίπτωση επιβολής ποινής προστίμου το ύψος αυτού, καθώς και τη σχετική διάταξη που προβλέπει το παράπτωμα. γ) Αν κρίνει ότι το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ποινή που υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του, υποβάλει τη σχετική αλληλογραφία ιεραρχικά στο αρμόδιο για τον έλεγχο των ποινών πειθαρχικό όργανο, που αποφασίζει σχετικά.

2. Σε περίπτωση που η πειθαρχική δίωξη με απευθείας κλήση σε απολογία ασκήθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών, τον Υφυπουργό Εσωτερικών, το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, τον Αρχηγό και τους Αντιστρατήγους της Ελληνικής Αστυνομίας, αυτοί : α) Αν κρίνουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφ. α' της προηγουμένης παραγράφου θέτουν την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη. β) Αν κρίνουν ότι στοιχειοθετείται πειθαρχικό παράπτωμα για το οποίο έχουν πειθαρχική δικαιοδοσία, επιβάλλουν με αιτιολογημένη απόφασή τους την προσήκουσα πειθαρχική ποινή και γ) Αν κρίνουν ότι το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, διατάσσουν τη διενέργεια Ε.Δ.Ε.

 

Άρθρο: 38

Διαδικασία μετά την Προκαταρκτική Διοικητική Εξέταση (Π.Δ.Ε.)

 

Σε περίπτωση διενέργειας Π.Δ.Ε., μετά το πέρας της σχετικής προδικασίας, ο αρμόδιος να αποφασίσει σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 31, προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες :

1. Αν κρίνει ότι τα προκύπτοντα από την Π.Δ.Ε. πραγματικά περιστατικά συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα, που επισύρει: α. κατώτερη πειθαρχική ποινή και ο εγκαλούμενος δεν έχει κληθεί σ' απολογία από τον ενεργήσαντα την εξέταση κατά το άρθρο 24, καλεί αυτόν σε απολογία σύμφωνα με το άρθρο 25 και ενεργεί περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 37 και β. ανώτερη πειθαρχική ποινή, διατάσσει αν είναι αρμόδιος τη διενέργεια Ε.Δ.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 26 άλλως υποβάλλει τον σχετικό φάκελο στον αρμόδιο σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 22 για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης.

2. Αν κρίνει ότι ο αστυνομικός τον οποίο αφορά η Π.Δ.Ε. δεν τέλεσε πειθαρχικό παράπτωμα ή ότι δεν μπορεί να επιβληθεί πειθαρχική ποινή λόγω παραγραφής ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης, θέτει την υπόθεση στο αρχείο με αιτιολογημένη απόφασή του.

3. Σε περίπτωση που ο αρμόδιος κατά τα ανωτέρω φέρει βαθμό κατώτερο του Αστυνομικού Διευθυντή, υποβάλλει ιεραρχικά την πράξη αρχειοθέτησης με τη σχετική δικογραφία στο Διευθυντή της προϊστάμενης Αστυνομικής Διεύθυνσης ή εξομοιούμενης μ' αυτή Υπηρεσίας, ο οποίος εγκρίνει την αρχειοθέτηση ή ασκεί πειθαρχική δίωξη.

4. Για την Π.Δ.Ε. που έχει αντικείμενο τις περιπτώσεις των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 24, ο κατά τα ανωτέρω αρμόδιος αποφασίζει, ανεξάρτητα από το αν προέκυψε ή όχι πειθαρχικό παράπτωμα και για το αντικείμενο αυτό. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως.


Άρθρο: 39

Διαδικασία μετά την Ένορκη Διοικητική Εξέταση (Ε.Δ.Ε.)

 

 

1. Μετά το πέρας της Ε.Δ.Ε., οι κατά το άρθρο 31 αρμόδιοι εντός τριών (3) μηνών από την περιέλευση της δικογραφίας στην υπηρεσία τους και κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 και του εδαφ. ια' της παρ. 1 του άρθρου 11 εντός σαράντα πέντε (45) ημερών, εκτιμώντας τα περιστατικά που βεβαιώθηκαν από την Ε.Δ.Ε. προβαίνουν στις ακόλουθες ενέργειες: α) Αν κρίνουν ότι δεν τελέσθηκε πειθαρχικό παράπτωμα θέτουν την υπόθεση στο αρχείο, που ανασύρεται μόνο στην περίπτωση που προκύψουν νεότερα επιβαρυντικά στοιχεία. β) Αν κρίνουν ότι τελέσθηκε πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει κατώτερη πειθαρχική ποινή, επιβάλλουν με απόφασή τους την ποινή αυτή, χωρίς να απαιτείται νέα κλήση σε απολογία του εγκαλουμένου. γ) Αν κρίνουν ότι τελέσθηκε πειθαρχικό παράπτωμα που επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή, παραπέμπουν τον εγκαλούμενο στο αρμόδιο πειθαρχικό συμβούλιο με σχετική διαταγή που περιλαμβάνει: (1) τα στοιχεία του εγκαλουμένου (βαθμός, αριθμός μητρώου, επώνυμο, όνομα και πατρώνυμο). (2) πλήρη και ακριβή προσδιορισμό της πράξης που στοιχειοθετεί το αποδιδόμενο στον αστυνομικό πειθαρχικό παράπτωμα και τα τυχόν ειδικά περιστατικά ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέσθηκε. (3) τις διατάξεις που προβλέπουν το πειθαρχικό παράπτωμα.

(4) τον τόπο και χρόνο τέλεσης της πράξης και

(5) το σχετικό ερώτημα επί του οποίου καλείται να αποφανθεί το συμβούλιο.

2. Στην περίπτωση που η Ε.Δ.Ε. αφορά τον Αρχηγό του Σώματος, ο Υπουργός Εσωτερικών, εκτιμώντας τα στοιχεία που προέκυψαν, θέτει την πειθαρχική δικογραφία στο αρχείο ή εισηγείται στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Αμυνας (ΚΥ.Σ.Ε.Α.), την αποστρατεία του.

3. Η διαταγή παραπομπής ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου δεν ανακαλείται.

4. Αντίγραφο της διαταγής παραπομπής με την πειθαρχική δικογραφία, το ατομικό βιβλιάριο του εγκαλουμένου και κάθε άλλο στοιχείο που σχετίζεται με την υπόθεση διαβιβάζονται στον πρόεδρο του αρμοδίου πειθαρχικού συμβουλίου.

5. Για τις Ε.Δ.Ε. της παρ. 2 του άρθρου 27, ο κατά τα ανωτέρω αρμόδιος αποφασίζει, ανεξάρτητα από το αν προέκυψε ή όχι πειθαρχικό παράπτωμα και για το αντικείμενο της Ε.Δ.Ε..

6. Οι τασσόμενες από το παρόν άρθρο προθεσμίες είναι ενδεικτικές, όμως η χωρίς αποχρώντα λόγο παραβίασή τους συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

 

Άρθρο: 40

Έλεγχος Κατώτερων Πειθαρχικών Ποινών

 

1. Οι αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων με τις οποίες επιβάλλονται κατώτερες πειθαρχικές ποινές, υποβάλλονται προς έλεγχο στα ιεραρχικώς προϊστάμενα όργανα, ως ακολούθως: α) Οι αποφάσεις, με τις οποίες επιβάλλονται κατώτερες πειθαρχικές ποινές σε ανθυπαστυνόμους, αρχιφύλακες και αστυφύλακες, ελέγχονται από το διευθυντή ή το διοικητή της Υπηρεσίας στην οποία υπάγεται αυτός που επέβαλε την ποινή, εκτός εάν η ποινή επιβλήθηκε από αυτούς, οπότε ελέγχονται από τον προϊστάμενο της αμέσως ιεραρχικά ανώτερης Υπηρεσίας. Κατ' εξαίρεση, δεν ελέγχονται οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται οι ανωτέρω ποινές από αξιωματικούς με το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή και άνω. β) Οι αποφάσεις, με τις οποίες επιβάλλονται ποινές σε κατώτερους αξιωματικούς, ελέγχονται από το διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Αστυνομίας ή εξομοιούμενης μ' αυτήν Υπηρεσίας, εκτός εάν η ποινή επιβλήθηκε από αυτούς, οπότε ελέγχονται από τον προϊστάμενο της αμέσως ιεραρχικά ανώτερης Υπηρεσίας. Κατ' εξαίρεση δεν ελέγχονται οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται οι ανωτέρω ποινές από αξιωματικούς με βαθμό Ταξιάρχου και άνω. γ) Οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται ποινές σε ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς, ελέγχονται ως εξής: (1) Από τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές ή από τους Διευθυντές ισότιμων Υπηρεσιών, αν αφορούν Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και Αστυνόμους Α' και επιβλήθηκαν από αξιωματικούς που υπηρετούν σε υπηρεσίες της δικαιοδοσίας τους. (2) Από τον Υπαρχηγό της Αστυνομίας, αν αφορούν Αστυνομικούς Υποδιευθυντές και Αστυνόμους Α' και επιβλήθηκαν από αξιωματικούς του Αρχηγείου, των αυτοτελών κεντρικών υπηρεσιών, των ασφαλιστικών φορέων του αστυνομικού προσωπικού και τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές ή Διευθυντές ισότιμων Υπηρεσιών και (3) Από τον Αρχηγό της Αστυνομίας αν αφορούν ανώτατους αξιωματικούς ή Αστυνομικούς Διευθυντές.

2. Οι αποφάσεις, που επιβάλλουν κατώτερες πειθαρχικές ποινές στο αστυνομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Υπουργείο Εσωτερικών, και σε άλλες υπηρεσίες εκτός της Ελληνικής Αστυνομίας, ελέγχονται από τον Προϊστάμενο του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρωπίνου Δυναμικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας.

3. Αν εκείνος που επέβαλλε την ποινή υπηρετεί σε Υπηρεσία της οποίας προΐσταται πολιτικός υπάλληλος, ο έλεγχος διενεργείται από τον αρχαιότερο αξιωματικό της Υπηρεσίας αυτής, εκτός εάν την ποινή επέβαλε ο ίδιος, οπότε ενεργείται από τον προϊστάμενο αξιωματικό της αμέσως ιεραρχικά ανώτερης Υπηρεσίας.

4. Δεν υπόκεινται σε έλεγχο οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται κατώτερες πειθαρχικές ποινές από τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Εσωτερικών, το Γενικό Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας και τους Αντιστρατήγους, όταν από τους τελευταίους επιβάλλονται στο αστυνομικό προσωπικό μέχρι το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή.

5. Στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις με τις οποίες επιβάλλονται οι ανωτέρω ποινές υποβάλλονται για έλεγχο, οι προϊστάμενοι των τυχόν ενδιαμέσων υπηρεσιακών κλιμακίων διατυπώνουν τη γνώμη τους σε σχέση με την επιβληθείσα ποινή, χωρίς να μεταβάλλουν το αιτιολογικό ή το νομικό χαρακτηρισμό του παραπτώματος. Σε περίπτωση διαφωνίας η γνώμη αυτή πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

6. Τα αρμόδια για τον έλεγχο της ποινής όργανα :

α) Εξετάζουν αν για την επιβολή της ποινής τηρήθηκαν οι σχετικές διατάξεις του παρόντος και αν η επιβληθείσα ποινή αιτιολογείται επαρκώς, δικαιούμενοι να ενεργήσουν ή να διατάξουν την ενέργεια σχετικής έρευνας για την εξακρίβωση περιστατικού προς διαμόρφωση πληρέστερης γνώμης ή την ενέργεια Ε.Δ.Ε. αν κρίνουν ότι το πειθαρχικό παράπτωμα επισύρει ανώτερη πειθαρχική ποινή. β) Επικυρώνουν με απόφασή τους την επιβληθείσα ποινή αν συμφωνούν με το είδος, το ύψος και το αιτιολογικό της και γ) Επαυξάνουν, μειώνουν ή αίρουν την επιβληθείσα ποινή ή τροποποιούν το αιτιολογικό της απόφασης ή το νομικό χαρακτηρισμό του παραπτώματος με αιτιολογημένη απόφασή τους σε περίπτωση διαφωνίας. Σε περίπτωση που ο πειθαρχικός φάκελος χρήζει συμπλήρωσης, παραγγέλλεται η συμπλήρωσή του προς πληρέστερη διερεύνηση της υπόθεσης.

7. Στις περιπτώσεις των εδαφίων β' και γ' της προηγουμένης παραγράφου, η σχετική απόφαση και η αιτιολογία της συντάσσονται επί του πίνακα επιβολής της ποινής.

8. Η μετά από έλεγχο απόφαση, με την οποία επικυρώνεται, επαυξάνεται ή μειώνεται η πειθαρχική ποινή, επιδίδεται στον εγκαλούμενο και συντάσσεται σχετικό αποδεικτικό.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ


Άρθρο: 41

Δικαιώματα εγκαλουμένου ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου

 

 

1. Ο εγκαλούμενος που παραπέμπεται ενώπιον πειθαρχικού συμβουλίου δικαιούται:

α) Να παρίσταται με δύο το πολύ συνηγόρους κατά την ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασία.

β) Να ζητήσει εγγράφως με δαπάνες του τη χορήγηση αντιγράφων της δικογραφίας, συμπεριλαμβανομένου του σχετικού πορίσματος, πλην εκείνων τα οποία από ειδικές διατάξεις χαρακτηρίζονται ως απόρρητα. Στην τελευταία περίπτωση χορηγούνται μόνο τα στοιχεία εκείνα που αφορούν την κρινόμενη υπόθεσή του.

γ) Να εμφανίσει ενώπιον του συμβουλίου με μέριμνα και δαπάνες του μάρτυρες υπεράσπισης, από τους οποίους το συμβούλιο υποχρεούται να εξετάζει τουλάχιστον τρεις και

δ) Να ζητήσει την εξαίρεση τόσων μόνο τακτικών και αναπληρωματικών μελών του συμβουλίου, ώστε να είναι δυνατή η συγκρότησή του.

2. Τα δικαιώματα που αναφέρονται στα εδάφια β' και δ' της προηγούμενης παραγράφου, ασκούνται από τον εγκαλούμενο εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση σ' αυτόν της παραπεμπτικής διαταγής. Αν όμως ο λόγος εξαίρεσης έγινε γνωστός ή ανέκυψε μεταγενέστερα, η αίτηση εξαίρεσης μπορεί να υποβληθεί και μετά την ανωτέρω προθεσμία.

 


Άρθρο: 42

Διαδικασία σε περίπτωση δήλωσης κωλύματος και αίτησης εξαίρεσης μελών πειθαρχικού συμβουλίου

 

1. Το πειθαρχικό συμβούλιο συνέρχεται στον τόπο και τον χρόνο που ορίζεται από τον Πρόεδρο.

2. Μέλος του συμβουλίου για το οποίο συντρέχει κώλυμα σύμφωνα με το άρθρο 35 υποχρεούται πριν από την έναρξη της συνεδρίασης να το γνωστοποιήσει εγγράφως στον πρόεδρο του συμβουλίου, εκθέτοντας τους λόγους και επισυνάπτοντας τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Το συμβούλιο, εφαρμόζοντας ανάλογα τις διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5, αποφασίζει για την ύπαρξη ή μη του κωλύματος.

3. Ο εγκαλούμενος υποβάλει στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου εγγράφως την αίτηση εξαίρεσης κατά μελών του πειθαρχικού συμβουλίου στην οποία, με ποινή απαραδέκτου, πρέπει να διαλαμβάνονται οι λόγοι εξαίρεσης και να προσκομίζονται αμέσως τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση απέχουν προσωρινά από τις εργασίες του συμβουλίου επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας και αντικαθίστανται από τα αντίστοιχα αναπληρωματικά μέλη μόνο για την εκδίκαση της αίτησης.

4. Το συμβούλιο, συγκροτούμενο κατά τα ανωτέρω, αποφασίζει για την αίτηση εξαίρεσης πριν από τη συνεδρίαση για την εκδίκαση της υπόθεσης. Η αίτηση που αφορά αναπληρωματικό μέλος εξετάζεται μόνο στην περίπτωση που το μέλος αυτό μετέχει στη σύνθεση του συμβουλίου.

5. Στην περίπτωση που η αίτηση εξαίρεσης γίνει δεκτή, το μέλος που εξαιρείται απέχει από τις εργασίες του συμβουλίου και αντικαθίσταται από το αντίστοιχο αναπληρωματικό, άλλως το συμβούλιο εκδικάζει την υπόθεση με την αρχική του σύνθεση. Για τη συζήτηση της αίτησης συντάσσεται πρακτικό, στο οποίο καταχωρείται και η σχετική απόφαση του συμβουλίου.

6. Η από πρόθεση αποσιώπηση κωλύματος ή η ψευδής επίκληση αυτού από μέλος του συμβουλίου και η από πρόθεση επίκληση ψευδούς λόγου εξαίρεσης από τον εγκαλούμενο, συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα, χωρίς να αποκλείεται και η εφαρμογή του άρθρου 254 Π.Κ.

 

Άρθρο: 43

Προπαρασκευαστική διαδικασία

 

1. Ο Πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου μετά τη λήψη της παραπεμπτικής διαταγής και της πειθαρχικής δικογραφίας προβαίνει αμέσως στις ακόλουθες ενέργειες: α) Προσδιορίζει με πράξη του τη δικάσιμο και συγκαλεί το συμβούλιο σε συνεδρίαση σε ορισμένο τόπο και χρόνο. β) Μεριμνά για την επίδοση της παραπεμπτικής διαταγής και της απόφασης συγκρότησης του συμβουλίου στον εγκαλούμενο, τον οποίο καλεί με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, τουλάχιστον πριν πέντε (5) ημέρες από της συνεδριάσεως, να παραστεί στη συνεδρίαση και να απολογηθεί, γνωστοποιώντας σ' αυτόν τα αναφερόμενα στο άρθρο 41 δικαιώματα. Σε περίπτωση που ο εγκαλούμενος κρατείται σε φυλακή ζητείται η ενώπιον του συμβουλίου μεταγωγή του. γ) Κοινοποιεί την παραπεμπτική διαταγή και τη δικάσιμο στα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου και δ) Καλεί τους κατά την κρίση του ουσιώδεις μάρτυρες και αν αυτοί διαμένουν μακριά από την έδρα του συμβουλίου και δεν έχουν εξετασθεί, ζητεί αν το κρίνει αναγκαίο, την ένορκη εξέτασή τους από την κατά τόπο αρμόδια αστυνομική υπηρεσία, αναβάλλοντας κατά την κρίση του την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι δεκαπέντε (15) το πολύ ημέρες.

2. Σε περίπτωση που έχει υποβληθεί αίτηση εξαίρεσης κατά μέλους του συμβουλίου, ο πρόεδρος την διαβιβάζει σ' αυτό προκειμένου, πριν την έναρξη της συνεδριάσεως, εκφέρει εγγράφως τις απόψεις του σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους εξαίρεσης.

3. Στη γραμματεία των συμβουλίων τηρείται:

α) Βιβλίο εισερχομένων υποθέσεων, στο οποίο καταχωρίζονται ο αριθμός της παραπεμπτικής διαταγής, περιληπτικά το πειθαρχικό παράπτωμα, τα στοιχεία του παραπεμπομένου και η δικάσιμος και β) Βιβλίο δικασίμων, στο οποίο καταχωρίζονται ο αριθμός της παραπεμπτικής διαταγής, τα στοιχεία του παραπεμπόμενου, η δικάσιμος και η ληφθείσα απόφαση.


Άρθρο: 44

Ακροαματική διαδικασία

 

 

1. Η συνεδρίαση του συμβουλίου γίνεται κεκλεισμένων των θυρών. Με την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος καλεί τον εγκαλούμενο να παρουσιασθεί ενώπιον του συμβουλίου και εκφωνεί τον κατάλογο των μαρτύρων. Κατά τη συνεδρίαση παρίσταται μόνο ο εγκαλούμενος, άοπλος, με τον τυχόν συνήγορό του μέχρι το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και ο εκάστοτε εξεταζόμενος μάρτυρας. Τον συνήγορο διορίζει ο εγκαλούμενος με έγγραφη ή προφορική δήλωσή του που καταχωρείται στα πρακτικά.

2. Η διαδικασία διευθύνεται από τον πρόεδρο και διεξάγεται προφορικά.

3. Η συνεδρίαση διακόπτεται μόνο για την κλήτευση και εμφάνιση ουσιώδους μάρτυρα, την εξακρίβωση ουσιώδους γεγονότος και την αναψυχή των μελών του συμβουλίου. Η διακοπή αυτή, η οποία αποφασίζεται από το συμβούλιο, περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο για κάθε περίπτωση χρόνο και γίνεται σχετική μνεία στα πρακτικά.

4. Στην περίπτωση που ο νομίμως κλητευθείς εγκαλούμενος δεν εμφανισθεί ενώπιον του συμβουλίου η διαδικασία διεξάγεται κανονικά, εκτός εάν η μη εμφάνισή του οφείλεται κατά την κρίση του συμβουλίου σε ανυπέρβλητο κώλυμα ή ανώτερη βία, που έχουν γνωστοποιηθεί μέχρι την έναρξη της συνεδριάσεως στο συμβούλιο, οπότε με απόφασή του αναβάλλεται η εκδίκαση της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο, που ορίζεται εντός δέκα πέντε (15) ημερών.

5. Ο πρόεδρος ανακοινώνει στον εγκαλούμενο την απόφαση που έχει εκδοθεί σε τυχόν αίτημα εξαίρεσης. Στη συνέχεια με εντολή του ο εισηγητής αναγιγνώσκει την παραπεμπτική διαταγή και τα κατά την κρίση του προέδρου ουσιώδη έγγραφα που υπάρχουν ή προσκομίζονται από τον εγκαλούμενο. Μετά από αίτηση μέλους του συμβουλίου ή του εγκαλουμένου αναγιγνώσκονται ορισμένα ή και όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο και δεν έχουν αναγνωσθεί, ως και εκείνα που προσκομίσθηκαν από τον εγκαλούμενο, αν κατά την κρίση του προέδρου αυτά είναι ουσιώδη για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Σε περίπτωση άρνησης του προέδρου για την ανάγνωση εγγράφων, αποφασίζει το συμβούλιο μετά από αίτημα μέλους του συμβουλίου ή του εγκαλουμένου.

6. Μετά την ανάγνωση των εγγράφων ο πρόεδρος καλεί προς εξέταση τους μάρτυρες. Σε περίπτωση μη εμφάνισης μάρτυρα, αναγιγνώσκεται η τυχόν δοθείσα ένορκη κατάθεσή του στην προδικασία, εκτός αν το συμβούλιο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εμφάνισή του, οπότε αναβάλλεται η εκδίκαση της υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο εντός δέκα πέντε (15) ημερών, στην οποία καλούνται προφορικά να προσέλθουν οι μάρτυρες και ο εγκαλούμενος, που είναι παρόντες. Η προφορική αυτή κλήση καταχωρείται στα πρακτικά και υπέχει θέση νόμιμης κλήτευσης.

7. Το συμβούλιο μπορεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να καλεί και να εξετάζει τους από τη διαδικασία προκύψαντες ουσιώδεις μάρτυρες, αν είναι εφικτή η άμεση προσέλευσή τους, άλλως διακόπτεται η συνεδρίαση για να κλητευθούν για άλλη ημέρα, όχι όμως πέραν των δέκα (10) ημερών.

8. Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως από τον πρόεδρο. Τα μέλη του συμβουλίου, ο εγκαλούμενος και ο συνήγορός του μπορούν να απευθύνουν ερωτήσεις στο μάρτυρα, αφού λάβουν το λόγο από τον πρόεδρο. Η εξέταση των μαρτύρων μπορεί να γίνει και κατ' αντι-παράσταση με άλλους μάρτυρες. Ο μάρτυρας κατά τη διάρκεια της εξέτασής του δεν διακόπτεται, εκτός εάν εξέρχεται από το θέμα, αποχωρεί δε μετά την εξέτασή του από την αίθουσα συνεδρίασης και παραμένει στη διάθεση του συμβουλίου μέχρι το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, εκτός εάν επιτραπεί σ' αυτόν από τον πρόεδρο να αποχωρήσει.

9. Μετά την εξέταση των μαρτύρων καλείται να απολογηθεί ο εγκαλούμενος. Κατά τη διάρκεια της απολογίας του δεν διακόπτεται εκτός εάν εξέρχεται από το θέμα. Μετά το πέρας της απολογίας ο πρόεδρος, τα μέλη του συμβουλίου και ο συνήγορος δια του προέδρου μπορούν να απευθύνουν σ' αυτόν ερωτήσεις. Ο εγκαλούμενος απαντά σ' αυτές χωρίς να συνεννοείται προηγουμένως με το συνήγορό του.

10. Ο εγκαλούμενος κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας μπορεί να συνεννοείται με το συνήγορό του, ο οποίος δεν δικαιούται να απαντά αντί του εγκαλουμένου στις προς αυτόν απευθυνόμενες ερωτήσεις.

11. Μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας ο συνήγορος του εγκαλουμένου λαμβάνει το λόγο από τον πρόεδρο και εκθέτει τις απόψεις του. Στη συνέχεια ο πρόεδρος κηρύσσει περαιωμένη την αποδεικτική διαδικασία καλώντας τον εγκαλούμενο και το συνήγορό του να αποχωρήσουν από την αίθουσα.

12. Οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ του προέδρου και των λοιπών παραγόντων της πειθαρχικής δίκης επιλύεται με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου.

 

 


Άρθρο: 45

Διάσκεψη του Συμβουλίου

 

 

1. Αμέσως μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας το συμβούλιο διασκέπτεται για την έκδοση απόφασης. Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης τα μέλη του συμβουλίου δεν επιτρέπεται να επικοινωνούν με άλλα πρόσωπα.

2. Οι αποφάσεις καταρτίζονται από τις ψήφους των μελών του συμβουλίου με φανερή ψηφοφορία. Τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου εκτιμούν ελεύθερα τις αποδείξεις και η απόφασή τους πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να στηρίζεται στα προκύψαντα από τη διαδικασία πραγματικά περιστατικά. Ο πρόεδρος του συμβουλίου καλεί τα μέλη να αποφανθούν αν αποδείχτηκαν ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τα κατά την παραπεμπτική διαταγή πειθαρχικά παραπτώματα. Σε καταφατική περίπτωση το συμβούλιο αποφαίνεται αν αυτά συνιστούν τα αποδιδόμενα με την παραπεμπτική διαταγή πειθαρχικά παραπτώματα ή συνιστούν, κατ' ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, διάφορα πειθαρχικά παραπτώματα και τέλος για την επιβλητέα, ανάλογα με τον νομικό χαρακτηρισμό, πειθαρχική ποινή. Ο Πρόεδρος συγκεντρώνει τις ψήφους των μελών αρχίζοντας από το νεότερο κατά βαθμό ενώ ο ίδιος ψηφίζει τελευταίος. Στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να εκτίθενται σαφώς τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος. Στην περίπτωση που δεν αποδεικνύονται τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία παραπέμφθηκε ο εγκαλούμενος, το πειθαρχικό συμβούλιο τον απαλλάσσει.

3. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία. Αν δεν σχηματισθεί πλειοψηφία, για την επίτευξή της εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία: α) Αν σχηματισθούν τρεις διαφορετικές γνώμες, ο έχων τη μεμονωμένη γνώμη οφείλει να προσχωρήσει σε μια από τις υπόλοιπες γνώμες. Σε περίπτωση που το συμβούλιο εκδικάζει με τριμελή σύνθεση και σχηματισθούν τρεις διαφορετικές γνώμες, ο έχων την ευμενέστερη για τον εγκαλούμενο γνώμη οφείλει να προσχωρήσει σε μια από τις υπόλοιπες γνώμες. β) Αν σχηματισθούν τέσσερις διαφορετικές γνώμες, ο καθένας απ' αυτούς που έχουν μεμονωμένες ακραίες γνώμες, οφείλει να προσχωρήσει είτε στην ενδιάμεση μεταξύ αυτών μεμονωμένη γνώμη είτε στην σχετικώς πλειοψηφούσα γνώμη. Αν και πάλι δεν σχηματισθεί πλειοψηφία εφαρμόζεται η διάταξη του εδαφίου α' , και γ) Αν σχηματισθούν πέντε διαφορετικές γνώμες, ο καθένας απ' αυτούς που έχουν τις δύο ακραίες γνώμες, οφείλει να προσχωρήσει σε μια εκ των τριών υπολοίπων γνωμών. Αν και πάλι δεν σχηματισθεί πλειοψηφία, εφαρμόζεται η διάταξη του εδαφίου α'.

4. Ο πρόεδρος του συμβουλίου μετά τη λήψη της απόφασης καταχωρεί αυτή στο βιβλίο δικασίμων, θέτοντας στην οικεία στήλη την υπογραφή και την ατομική του σφραγίδα ο δε εγκαλούμενος μπορεί ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του, μετά τη λήξη των εργασιών του συμβουλίου, να πληροφορείται από τη γραμματεία την απόφαση αυτή.

 

 

 

 


Άρθρο: 46

Πρακτικό Πειθαρχικού Συμβουλίου

 

1. Για την ενώπιον του συμβουλίου διαδικασία και τη λήψη της απόφασης τηρείται, με ευθύνη του γραμματέα του συμβουλίου, πρόχειρο πρακτικό συνεδρίασης, με βάση το οποίο συντάσσεται και το πρακτικό της απόφασης του πειθαρχικού συμβουλίου. Τα πρακτικά αυτά υπογράφονται από όλα τα μέλη του συμβουλίου που μετείχαν στη διαδικασία.

2. Το πρακτικό περιλαμβάνει:

α) τον τόπο και τον χρόνο της συνεδρίασης.

β) την απόφαση συγκρότησης του συμβουλίου, τα ονοματεπώνυμα και το βαθμό των μελών αυτού και σε περίπτωση αναπλήρωσης τακτικού μέλους το λόγο αναπλήρωσής του. γ) το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του εγκαλουμένου, τα στοιχεία και τον αριθμό μητρώου του τυχόν παρισταμένου συνηγόρου, μνεία των εγγράφων που κατατέθηκαν και των αιτημάτων που υποβλήθηκαν. δ) Την παραπεμπτική διαταγή (αριθμός, ημερομηνία και το όργανο που την εξέδωσε). ε) Τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο-κατοικία) των ενώπιον αυτού εξετασθέντων μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων, των διορισθέντων διερμηνέων, με μνεία της όρκισης αυτών και των τεχνικών συμβούλων. στ) Συνοπτικά τις καταθέσεις των μαρτύρων, των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων, την απολογία του εγκαλουμένου και τη θέση του συνηγόρου σχετικά με την τέλεση ή όχι του πειθαρχικού παραπτώματος και την επιβλητέα ποινή. ζ) Την απόφαση του Συμβουλίου, τα ονόματα των μελών της τυχόν μειοψηφίας , τον αριθμό των ψήφων μειοψηφίας της πλειοψηφίας και σε κάθε περίπτωση την αιτιολογία αυτής και η) Συνοπτική περιγραφή των όσων έλαβαν χώρα κατά τη συζήτηση.

3. Η παράλειψη στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεν συνεπάγεται ακυρότητα της απόφασης, εφόσον αυτά προκύπτουν από το φάκελο της πειθαρχικής υπόθεσης ή δεν επέφεραν βλάβη στον εγκαλούμενο.

 

Άρθρο: 47

Γραμματεία πειθαρχικών συμβουλίων

 

Η γραμματειακή υποστήριξη των πειθαρχικών συμβουλίων καθορίζεται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ

ΣΧΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗΣ ΠΡΟΣ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΗ


Άρθρο: 48

Σχέση πειθαρχικής προς ποινική δίκη

 

 

1. Η πειθαρχική δίκη είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.

2. Το πειθαρχικό όργανο δεσμεύεται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα, μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος. Σε κάθε άλλη περίπτωση η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου συνεκτιμάται στην πειθαρχική δίκη, το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί να εκδώσει απόφαση διαφορετική από εκείνη του ποινικού δικαστηρίου.

3. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία, όμως οι αρμόδιοι κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 22 να ασκήσουν την πειθαρχική δίωξη και τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα μπορούν με απόφασή τους, που ανακαλείται ελευθέρως, να διατάξουν αν το κρίνουν αναγκαίο, την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας που δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα έτος. Σε κάθε περίπτωση δεν επιτρέπεται αναστολή όταν το πειθαρχικό παράπτωμα προκάλεσε δημόσιο σκάνδαλο ή θίγει σοβαρά το κύρος της Υπηρεσίας. Ο χρόνος της αναστολής δεν υπολογίζεται για τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής και είναι ανεξάρτητος από το χρόνο αναστολής, που προβλέπεται από το άρθρο 7.

 

Άρθρο: 49

Επανάληψη πειθαρχικής δίκης

 

 

1. Σε περίπτωση που μετά την πειθαρχική απόφαση, με την οποία απηλλάγη ο αστυνομικός ή επιβλήθηκε σ' αυτόν κατώτερη πειθαρχική ποινή ή ποινή αργίας με πρόσκαιρη παύση, εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει ποινή απόταξης ή αργίας με απόλυση, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη για τυχόν επιβολή των ποινών αυτών. Σε περίπτωση όμως που έχει επιβληθεί ποινή αργίας με απόλυση αλλά από την αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου διαπιστώνονται πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος που επισύρει την ποινή της απόταξης, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη για τυχόν επιβολή της ποινής αυτής.

2. Σε περίπτωση που μετά την έκδοση πειθαρχικής απόφασης με την οποία επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή, εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την πράξη για την οποία διώχθηκε πειθαρχικά ο αστυνομικός, επαναλαμβάνεται η πειθαρχική δίκη. Στην περίπτωση αυτή αν επιβληθεί πειθαρχική ποινή δεν μπορεί να είναι βαρύτερη από την αρχικώς επιβληθείσα.

3. Σε περίπτωση συρροής πειθαρχικών παραπτωμάτων, η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται μόνο για τα πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν αυτά αναφέρονται στην καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ή το απαλλακτικό βούλευμα. Στη συνέχεια το πειθαρχικό όργανο επιβάλει νέα πειθαρχική ποινή λαμβάνοντας υπόψη όλα τα συρρέοντα πειθαρχικά παραπτώματα.

4. Η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται ενώπιον του πειθαρχικού οργάνου που εξέδωσε την προηγούμενη απόφαση

5. Η επανάληψη της πειθαρχικής δίκης στην περίπτωση της παραγράφου 1 είναι υποχρεωτική και διατάσσεται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας αν αφορά Αντιστρατήγους και από τον Προϊστάμενο του Επιτελείου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας σε κάθε άλλη περίπτωση, οι οποίοι και εισάγουν την υπόθεση για εκδίκαση στον αρμόδιο πειθαρχικό όργανο. Στην περίπτωση της παραγράφου 2 η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται μόνο μετά από αίτηση του εγκαλουμένου και η σχετική υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση είτε με την απευθείας υποβολή της αίτησής του στο αρμόδιο μονομελές πειθαρχικό όργανο που είχε επιβάλλει την πειθαρχική ποινή είτε με την παραπομπή της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο από εκείνον που είχε διατάξει την αρχική παραπομπή.

6. H επανάληψη της πειθαρχικής δίκης σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ζητηθεί μετά την παρέλευση έτους από την έκδοση της αμετάκλητης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος.

 

Άρθρο: 50

Συνεκδίκαση

 

1. Όταν εκκρεμούν πειθαρχικές διώξεις κατά του ιδίου εγκαλουμένου για διάφορα πειθαρχικά παραπτώματα που επισύρουν κατώτερη πειθαρχική ποινή, το κατά βαθμό ανώτερο πειθαρχικό όργανο μπορεί να ζητήσει την υποβολή σ' αυτό των σχετικών υποθέσεων προς συνεκδίκαση και επιβολή μίας ποινής.

2. Σε περίπτωση που παραπέμπονται περισσότεροι από ένας αστυνομικοί σε πειθαρχικό συμβούλιο, η εκδίκαση των παραπτωμάτων τους γίνεται για όλους από το συμβούλιο που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση του παραπτώματος του κατά βαθμό ανωτέρου αστυνομικού, εκτός εάν αυτός υπάγεται στην αρμοδιότητα των συμβουλίων των εδαφίων γ' και δ' της παραγράφου 2 του άρθρου 34, οπότε η υπόθεση διαχωρίζεται μόνο ως προς αυτόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'

ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ


Άρθρο: 51

Προσφυγή κατά αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών οργάνων

 

 

1. Ο αστυνομικός, ο οποίος τιμωρήθηκε με κατώτερη πειθαρχική ποινή, δικαιούται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από την επίδοση σ' αυτόν της κατά την παράγραφο 7 του άρθρου 40 απόφασης, να ασκήσει προσφυγή ενώπιον των κατά το άρθρο 52 αρμοδίων πειθαρχικών οργάνων. Δεν υπόκεινται σε προσφυγή οι αποφάσεις του Υπουργού, του Υφυπουργού Εσωτερικών και του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Τάξης, με τις οποίες επιβάλλονται κατώτερες πειθαρχικές ποινές.

2. Η προσφυγή υποβάλλεται εγγράφως στην υπηρεσία που υπηρετεί ο προσφεύγων, περιορίζεται μόνο στα απαραίτητα για την υπεράσπιση αυτού ζητήματα και διαβιβάζεται ιεραρχικά στο κατά τις διατάξεις του επομένου άρθρου αρμόδιο πειθαρχικό όργανο για την εκδίκασή της. Οι περιεχόμενες στην προσφυγή προσβλητικές εκφράσεις, κρίσεις ή σχόλια σε βάρος αστυνομικών ή της Υπηρεσίας, μη αναγκαίες για την υπεράσπιση του προσφεύγοντος, αποτελούν πειθαρχικό παράπτωμα, για τη δίωξη του οποίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 25. Ο προσφεύγων δικαιούται να συνυποβάλλει με την προσφυγή μόνο νέα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία.

3. Οι αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων που επιβάλλουν πειθαρχική ποινή σε πρώτο βαθμό, καθίστανται τελεσίδικες, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προσφυγής.

 

Άρθρο: 52

Αρμόδιοι για την εκδίκαση των προσφυγών

 

1. Αρμόδιοι για την εκδίκαση των προσφυγών είναι:

α) Ο Υφυπουργός Εσωτερικών, για τις ποινές που επέβαλε ή επικύρωσε ο Αρχηγός της Αστυνομίας. β) Ο Αρχηγός της Αστυνομίας για τις ποινές που επέβαλε ή επικύρωσε ο Υπαρχηγός. γ) Ο Υπαρχηγός της Αστυνομίας για τις ποινές που επέβαλαν ή επικύρωσαν ο Προϊστάμενος του Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας, καθώς και για τις ποινές που επικύρωσαν ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων, ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας. δ) Ο Προϊστάμενος Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας για τις ποινές που επικύρωσαν οι Προϊστάμενοι των Κλάδων και οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που εποπτεύονται απ' αυτόν. ε) Οι Γενικοί Επιθεωρητές Αστυνομίας για τις ποινές που επικύρωσαν οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές και οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που εποπτεύονται απ' αυτούς. στ) Οι Προϊστάμενοι των Κλάδων, οι Γενικοί Αστυνομικοί Διευθυντές, ο Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας Επισήμων και ο Διευθυντής της Αστυνομικής Ακαδημίας για τις ποινές που επικύρωσαν οι Διευθυντές των Υπηρεσιών που υπάγονται σ' αυτούς ή εποπτεύονται απ' αυτούς και ζ) Οι Διευθυντές Αστυνομικών Διευθύνσεων και εξομοιουμένων μ' αυτές Υπηρεσιών, για τις ποινές που επικύρωσαν οι υφιστάμενοί τους, οι οποίοι υπηρετούν σε υπηρεσίες της δικαιοδοσίας τους.

2. Οι αρμόδιοι για την εκδίκαση της προσφυγής εξετάζουν εξ υπαρχής την υπόθεση, χωρίς να μπορούν να καταστήσουν δυσμενέστερη τη θέση του προσφεύγοντος. Η απόφασή τους επιδίδεται στον προσφεύγοντα και συντάσσεται σχετικό αποδεικτικό.

3. Κατά την εκδίκαση των προσφυγών δεν είναι υποχρεωτική η εξέταση μαρτύρων και η παρουσία του προσφεύγοντος.


Άρθρο: 53

Προσφυγή κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων

 

 

1. Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων με τις οποίες επιβάλλεται πειθαρχική ποινή, επιδίδονται στον εγκαλούμενο ο οποίος δικαιούται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την επίδοση, να ασκήσει προσφυγή στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο. Ο εγκαλούμενος μπορεί να ασκήσει προσφυγή και για τις απαλλακτικές αποφάσεις μέσα στην παραπάνω προθεσμία, εφόσον από την αιτιολογία τους θίγεται χωρίς να είναι αναγκαίο η τιμή και η υπόληψή του. Κατ' εξαίρεση, οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων πειθαρχικών συμβουλίων, με τις οποίες επιβάλλεται ποινή προστίμου μέχρι το μισό ενός μηνιαίου βασικού μισθού (1/2 του Μ.Β.Μ.) ή επίπληξης, δεν υπόκεινται σε προσφυγή από τον εγκαλούμενο.

2. Προσφυγή κατά των αποφάσεων των πρωτοβαθμίων πειθαρχικών συμβουλίων δικαιούται να ασκήσει σε κάθε περίπτωση και το όργανο που παρέπεμψε την υπόθεση στο συμβούλιο, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία που περιήλθε η απόφαση στην Υπηρεσία του.

3. Οι αποφάσεις των πρωτοβαθμίων πειθαρχικών συμβουλίων καθίστανται τελεσίδικες, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης προσφυγής.

4. Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο επανεξετάζει την υπόθεση, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 40 έως και 46. Το δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο δεν μπορεί να καταστήσει δυσμενέστερη τη θέση του εγκαλουμένου, εάν η προσφυγή ασκήθηκε μόνο απ' αυτόν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ -ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΠΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΝ

Άρθρο: 54

Εκτέλεση πειθαρχικών αποφάσεων-έκτιση ποινών

 

 

1. Οι τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις είναι υποχρεωτικές για τη διοίκηση τα δε αρμόδια κατά περίπτωση όργανα υποχρεούνται, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την περιέλευση των αποφάσεων στην Υπηρεσία τους, να εκδίδουν τις αναγκαίες διοικητικές πράξεις για την εκτέλεσή τους.

2. Οι τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις που επιβάλουν ποινή, επιδίδονται σ' αυτούς που τιμωρήθηκαν και κοινοποιούνται στις Υπηρεσίες που τηρούν τα ατομικά τους βιβλιάρια για την ενημέρωσή τους και στη Διεύθυνση Διαχείρισης Χρηματικού, εφόσον το είδος της ποινής συνεπάγεται κρατήσεις.

3. Οι ποινές, που επιβάλλονται από τα πειθαρχικά συμβούλια εκτελούνται ως ακολούθως: α) Η απόταξη με προεδρικό διάταγμα, αν αφορά αξιωματικό και με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, αν αφορά τους λοιπούς Αστυνομικούς και β) Οι λοιπές ποινές:

(1) Με απόφαση του Υπουργού, αν επιβάλλονται σε Αντιστρατήγους.

(2) Με απόφαση του Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας, αν επιβάλλονται σε Υποστρατήγους. (3) Με απόφαση του Προϊσταμένου του Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, αν επιβάλλονται στους λοιπούς Αξιωματικούς και (4) Με απόφαση του Προϊσταμένου του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, αν επιβάλλονται σε Ανθυπαστυνόμους, Αρχιφύλακες και Αστυφύλακες.

4. Η ποινή των αργιών εκτίεται στον τόπο διαμονής του τιμωρημένου ή κατόπιν αιτήσεως αυτού σε άλλο τόπο που ορίζεται από: α) Τον Αρχηγό του Σώματος, αν αφορά ανώτατο αξιωματικό.

β) Τον Προϊστάμενο του Κλάδου Οργάνωσης και Ανθρώπινου Δυναμικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, αν αφορά το αστυνομικό προσωπικό των Διευθύνσεων του Αρχηγείου, των αυτοτελών κεντρικών Υπηρεσιών, της Διεύθυνσης Εξωτερικής Φρουράς Φυλακών και Σωφρονιστικών Καταστημάτων και των Υπηρεσιών των ασφαλιστικών φορέων του αστυνομικού προσωπικού και γ) Τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές, το Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας Επισήμων και το Διευθυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας, αν αφορά αστυνομικούς που ανήκουν σε υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους.

5. Η έκτιση της ποινής των αργιών μπορεί να συντρέχει με αναρρωτική άδεια ή οποιαδήποτε άλλη αποχή από τα καθήκοντα για λόγους υγείας, ανεξάρτητα αν οι καταστάσεις αυτές προκύψουν πριν ή μετά την έναρξη έκτισης της αργίας. Στις περιπτώσεις αυτές ο αστυνομικός θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αναρρωτικής άδειας ή αποχής από τα καθήκοντα για λόγους υγείας, υφίσταται όμως και τις συνέπειες της αργίας.

6. Αν εκείνος, που τιμωρήθηκε με αργία, εκτίει ποινή αργίας για άλλο παράπτωμα, η έκτιση της ποινής αυτής αρχίζει από την επομένη της λήξεως της προηγούμενης ποινής.

7. Οι αποφάσεις, με τις οποίες επιβάλλονται ποινές σε αστυνομικούς που έχουν εξέλθει του Σώματος, δεν εκτελούνται αλλά εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 6.

8. Οι πειθαρχικές αποφάσεις και το περιεχόμενό τους αποτελούν υπηρεσιακό απόρρητο και δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν γνώση τρίτα πρόσωπα, εκτός αν το προβλέπει ειδικά ο νόμος.

 


Άρθρο: 55

Διαδικασία μετά την ακύρωση πειθαρχικής απόφασης

 

 

Σε περίπτωση που ακυρώθηκε από τα διοικητικά δικαστήρια πειθαρχική απόφαση με την οποία επιβλήθηκε ποινή, η υπόθεση αναπέμπεται στο πειθαρχικό όργανο που εξέδωσε την απόφαση αυτή ως εξής: (α) Αν η ακυρωθείσα απόφαση εκδόθηκε από πειθαρχικό συμβούλιο, η αναπομπή ενεργείται από το όργανο που ενήργησε την αρχική παραπομπή μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευση της απόφασης στην Υπηρεσία του και (β) Αν η ακυρωθείσα απόφαση εκδόθηκε από μονομελές πειθαρχικό όργανο, η υπόθεση επανεξετάζεται από το πειθαρχικό όργανο που είχε εκδώσει την ακυρωθείσα πράξη, μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευσή της στην Υπηρεσία του.

 

Άρθρο: 56

Διαγραφή ποινών

 

 

1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβλήθηκαν διαγράφονται αυτοδικαίως από τα ατομικά έγγραφα των αστυνομικών, χωρίς να απαιτείται πράξη διαγραφής, μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου ως ακολούθως: (α) Η ποινή της αργίας με απόλυση μετά από δώδεκα (12) έτη. (β) Η ποινή της αργίας με πρόσκαιρη παύση μετά από οκτώ (8) έτη. (γ) Η ποινή του προστίμου μετά από πέντε (5) έτη και

(δ) Η ποινή της επίπληξης μετά από δύο (2) έτη.

2. Οι κατά τα ανωτέρω διαγραφόμενες πειθαρχικές ποινές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις και προαγωγές, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του π.δ. 24/1997 (ΦΕΚ Α'- 29), όπως κάθε φορά ισχύει.

3. Αν μέσα στο παραπάνω χρονικό διάστημα επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, ο χρόνος διαγραφής της υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου διαγραφής που προβλέπεται για την προηγούμενη.

 


Άρθρο: 57

Τελικές Διατάξεις

 

1. Με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν θίγονται οι διατάξεις: α) Του άρθρου 9 του ν. 1756/1988 (Φ.Ε.Κ. Α'-35) και του άρθρου 163 του Κ.Π.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1653/1986 (Φ.Ε.Κ. Α'-173), που αναφέρονται στον πειθαρχικό έλεγχο του αστυνομικού προσωπικού για πειθαρχικά παραπτώματα που σχετίζονται με την εκτέλεση παραγγελιών των δικαστικών αρχών και την επίδοση ποινικών δικογράφων. β) Των άρθρων 3 και 44 του π.δ. 360/1992 (Φ.Ε.Κ. Α- 183), που αναφέρονται στην άσκηση της πειθαρχικής δίωξης και την επιβολή κατώτερων πειθαρχικών ποινών στο αστυνομικό προσωπικό, που υπηρετεί στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.). γ) Του άρθρου 15 παρ. 5 εδάφ. δ' του ν.δ. 17/1974 (Φ.Ε.Κ. Α'-235) και των κανονιστικών αποφάσεων, που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότηση αυτού και αναφέρονται στον πειθαρχικό έλεγχο του αστυνομικού προσωπικού, που υπηρετεί στη Διεύθυνση Παλλαϊκής Άμυνας- Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης/ Υπουργείου Εσωτερικών. δ) Του άρθρου 83 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.3566/2007 (Φ.Ε.Κ. Α'-117) σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της υπ' αριθμ. 4804/2/1-14046/21.9.1990 (Φ.Ε.Κ. Β'-629) απόφασης των Υπουργών Εξωτερικών και Δημόσιας Τάξης, που αναφέρονται στον πειθαρχικό έλεγχο και την επιβολή κατώτερων πειθαρχικών ποινών στο αστυνομικό προσωπικό, που υπηρετεί στις διπλωματικές αρχές της Χώρας μας στο εξωτερικό και ε) Του άρθρου 4 παρ. 5 του ν. 2622/1998 (Φ.Ε.Κ. Α'-138), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν.3181/2003 (Φ.Ε.Κ. Α'-218), και του άρθρου 9 παρ. 10 του ν. 2734/1999 (Φ.Ε.Κ. Α-161), που αναφέρονται αντίστοιχα στον πειθαρχικό έλεγχο των Συνοριακών Φυλάκων και των Ειδικών Φρουρών.

2. Για την επιβολή των ανώτερων πειθαρχικών ποινών στο αστυνομικό προσωπικό των εδαφίων β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος.

 


Άρθρο: 58

Μεταβατικές διατάξεις

 

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα, που τελέσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, κρίνονται με τη διαδικασία και τα όργανα, που ορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος, με την επιφύλαξη των διατάξεων των επόμενων παραγράφων.

2. Για τα πειθαρχικά παραπτώματα που τελέσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 22/1996 (Φ.Ε.Κ.Α'-34) όπως αυτό είχε τροποποιηθεί με τα π.δ. 31/2001 (Φ.Ε.Κ.Α'-26) και π.δ. 3/2004 (Φ.Ε.Κ. Α'- 1), αν αυτές είναι ευμενέστερες για τον εγκαλούμενο.

3. Τα πειθαρχικά συμβούλια του άρθρου 34 του π.δ.22/1996, όπως αυτό τροποποιήθηκε και ίσχυε, εξακολουθούν να είναι αρμόδια για την εκδίκαση των υποθέσεων που έχουν παραπεμφθεί σ' αυτά και εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος. Τα ίδια πειθαρχικά συμβούλια είναι αρμόδια και για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων, που παραπέμπονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εφόσον δεν έχουν συγκροτηθεί τα υπό του άρθρου 34 οριζόμενα πειθαρχικά συμβούλια. Με τη συγκρότηση των πειθαρχικών συμβουλίων του άρθρου 34, οι εκκρεμείς υποθέσεις του προηγουμένου εδαφίου περιέρχονται αυτοδικαίως στα συμβούλια αυτά, χωρίς να απαιτείται νέα παραπεμπτική διαταγή.

4. Σε περίπτωση που εκκρεμούν κατώτερες πειθαρχικές ποινές προς επικύρωση ή επανεξέταση ύστερα από υποβολή προσφυγών κατ' αυτών, η διαδικασία εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο της επιβολής τους.

5. Οι προσφυγές κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων διέπονται, εφόσον αναφέρονται σε πειθαρχικά παραπτώματα που τελέσθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου, αν είναι ευμενέστερες για τον προσφεύγοντα.

6. Οι πειθαρχικές ποινές, που δεν έχουν εκτελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος εκτελούνται κατά τις διατάξεις, που ίσχυαν κατά το χρόνο που κατέστησαν τελεσίδικες.

7. Για τις εκκρεμείς Ε.Δ.Ε. των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 1 και της παραγράφου 11 του άρθρου 27 του π.δ. 22/1996 και τις Π.Δ.Ε. των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 και της παραγράφου 6 του άρθρου 26 του ιδίου π.δ., που διατάχθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, η πειθαρχική δίωξη που ασκήθηκε μ' αυτές θεωρείται ως μη γενομένη και εφαρμόζονται γι' αυτές οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος.

 


Άρθρο: 59

Καταργούμενες διατάξεις

 

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος καταργούνται:

1. Το π.δ. 22/1996 (Φ.Ε.Κ. Α-34) «Πειθαρχικό Δίκαιο του Αστυνομικού Προσωπικού», όπως είχε τροποποιηθεί με τα π.δ. 31/2001 (Φ.Ε.Κ. Α'- 26) και π.δ. 3/2004 (Φ.Ε.Κ. Α' -1), πλην των διατάξεων του άρθρου 34 αυτού, η ισχύς του οποίου διατηρείται μέχρι την εκδίκαση των εκκρεμών υποθέσεων αρμοδιότητας των οριζομένων απ' αυτό συμβουλίων που προβλέπονται από την παράγραφο 3 του άρθρου 58 του παρόντος και

2. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη, που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος.

 


Άρθρο: 60

Έναρξη ισχύος

 

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει μετά από τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Εσωτερικών αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

 

 
Π.Δ. 394/3-12-2001 Χρόνος εργασίας προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας

Π.Δ. 394/3-12-2001

Χρόνος εργασίας προσωπικού της Ελληνικής Α­στυνομίας

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

  1. Τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 Ο και 53 παρ. 1 του Ν.1481/1984 "Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης” (Α' 152).
  2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του N.28O:J/2000 "Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τά­ξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλ­λες διατάξεις” (Α 41).
  3. Τις διατάξεις του Ν.1157/1981 "Περί κυρώσεως της από 29.12.1980 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου πε­ρί καθιερώσεως πενθημέρου εβδομάδας εργασίας των δημοσίων εν γένει Υπηρεσιών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων και τροποποιήσεως διατάξεων αυτής” (Α 126).
  4. Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν.1558/1985 "Κυ­βέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα” (Α 137), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 27του Ν.2081/1992 (Α 154) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 εδαφ. α' του Ν. 2469/1997 (Α' 38).
  5. Τις διατάξεις της υπ' αριθ. 14867 Φ. 012.5/57 από 27.11.1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Δημόσιας Τάξης "Για την καθιέρωση πεν­θήμερης εβδομάδας εργασίας επί του εν γένει προσωπικού και Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης.. ..” (8'719).
  6. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος δια­τάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατι­κού Προϋπολογισμού.
  7. Την υπ' αριθμ. 625/2001 γνωμοδότηση του Συμβουλί­ου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, αποφασίζουμε

Άρθρο 1

Χρόνος εργασίας αστυνομικού προσωπικού

1. Ο χρόνος εργασίας του αστυνομικού προσωπικού (άρθρο 18 N.2800/2000) , ανεξάρτητα από βαθμό, θέση και την Υπηρεσία που υπηρετεί, κατά την πενθήμερη ε­βδομάδα εργασίας, είναι ο ακόλουθος:

α. Οι ώρες που προβλέπονται από το ωράριο εργασίας, το οποίο ισχύει για τις Δημόσιες Υπηρεσίες για όσους εκτελούν γραμματειακή ή γραφική υπηρεσία και υπηρεσία τεχνίτη κάθε ειδικότητας. Το ωράριο αυτό, ανάλογα με τις συγκεκριμένες ανά­γκες κάθε Υπηρεσίας, δύναται να κατανέμεται σε πρωινή ή απογευματινή αλλαγή'(βάρδια) ή συνεχές ωράριο εναλ­λασσόμενων αλλαγών, μέσα στα προβλεπόμενα όρια ερ­γασίας κάθε ημέρα.

β. Τριάντα δύο ώρες για όσους εκτελούν εξωτερικές ή εσωτερικές υπηρεσίες σε αλλαγές 24ωρης ή 16ωρης ή 12ωρης ή 8ωρης βάσης, όπως σκοποί αστυνομικών κατα­στημάτων ή κρατητηρίων, αστυνομικοί σκοποί, εξερευνη­τές, οδηγοί και πληρώματα περιπολικών, γερανοφόρων, ανακριτικών και άλλων αυτοκινήτων, επόπτες σκοπών, α­ξιωματικοί επιθεώρησης και υπηρεσίας, τηλεφωνητές, διαβιβαστές, χειριστές τηλεφωνικών κέντρων, ραδιοτη­λεφωνικών κέντρων (Α/Τ) και τηλετύπων. Επίσης, για ό­σους διατίθενται σε υπηρεσία περιπολίας, αστυνομικής ε­πέμβασης, αστυνομικών ελέγχων, συνοδειών, δικαστη­ρίων, σηματοδότη ση ς και κάθε άλλη σχετική υπηρεσία, που αφορά την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας.

γ. Τριάντα ώρες για όσους εκτελούν υπηρεσία μοτοσι­κλετιστή τάξης ή ασφάλειας ή τροχαίας και ακίνητου σκο­πού ρυθμιστή τροχαίας κίνησης, σε αλλαγές 6ωρης βά­σης.

δ. Οι ώρες εργασίας των γραφείων των Δημοσίων Υπη­ρεσιών για τους διευθυντές, διοικητές και προϊστάμενους των υπηρεσιών,

2. Οι ώρες εργασίας που προβλέπονται στην προηγού­μενη παράγραφο του παρόντος άρθρου κατανέμονται συνεχόμενες στις πέντε εργάσιμες ημέρες. Ο διοικητής κάθε υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της προηγού­μενης παραγράφου και ανάλογα με τις υφιστάμενες υπη­ρεσιακές ανάγκες και τις δυνατότητες της υπηρεσίας του, καθορίζει και τα συστήματα εργασίας. Στις Υπηρε­σίες που εφαρμόζονται συστήματα εργασίας εναλλασσό­μενων αλλαγών, η τήρηση του προβλεπόμενου χρόνου εργασίας σε εβδομαδιαία βάση, μπορεί να ρυθμίζεται, κα­τά περίπτωση, με τη χορήγηση στο αστυνομικό προσωπι­κό μόνο των δικαιούμενων ημερήσιων αναπαύσεων, κάθε φορά που ολοκληρώνονται οι αλλαγές του συστήματος εργασίας.

3. Κατ' εξαίρεση όσων καθορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στο προσωπικό της Ελληνικής Α­στυνομίας δύναται να επιβληθεί υποχρεωτική παροχή ερ­γασίας και πέραν του πενθημέρου την εβδομάδα, σύμ­φωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις, εφόσον οι υ­πηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν κατά την κρίση των διοικητών των οικείων Υπηρεσιών. Ο συνολικός εβδομα­διαίος χρόνος εργασίας, στην περίπτωση αυτή, είναι, κατ' ανώτατο όριο, σαράντα δύο ώρες για όσους εκτελούν τις υπηρεσίες που προβλέπονται στις περιπτώσεις (α) και (δ), σαράντα ώρες για όσους εκτελούν τις υπηρεσίες που προβλέπονται στην περίπτωση (β) και τριάντα έξι ώρες για όσους εκτελούν τις υπηρεσίες που προβλέπονται στην περίπτωση (γ) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Το προσωπικό μπορεί να διατίθεται σε υπηρεσία και την Κυριακή, έβδομη ημέρα εργασίας, καθώς και άλλη ημέρα αργίας. Στις περιπτώσεις αυτές αφήνεται ελεύθερο υπηρεσίας, για ανάπαυση (ρεπό) άλλη ημέρα της εβδομάδας με κυ­λιόμενη σειρά, όταν είναι δυνατή η τήρησή της. Η χορήγηση της ημερήσιας ανάπαυσης είναι υποχρεω­τική εντός της εβδομάδας που γεννάται το δικαίωμα λήψης της. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται ο συμψηφισμός των ημερησίων αναπαύσεων σε διάστημα δύο εβδομάδων. Στις περιπτώσεις αυτές οι ημερήσιες αναπαύσεις χορη­γούνται εντός της εβδομάδας που γεννάται το δικαίωμα λήψης της τελευταίας ημερήσιας ανάπαυσης. Σε περίπτωση υποχρεωτικής παροχής εργασίας την έ­κτη και έβδομη ημέρα εργασίας έναντι καταβολής δύο α­ποζημιώσεων και χορήγησης δύο ημερών ανάπαυσης ε­ντός του ιδίου δεκαπενθημέρου, ο αστυνομικός διατίθε­ται υποχρεωτικά σε εκτέλεση υπηρεσίας εντός του24ωρου που ακολουθεί τη λήξη των δύο συνεχόμενων η­μερησίων αναπαύσεων. Το αστυνομικό προσωπικό στο οποίο δεν χορηγήθηκαν οι ημερήσιες αναπαύσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα προηγούμενα εδάφια, μετά το πέρας του δεκαπενθημέ­ρου, κάνει, αυτοδικαίως, χρήση των οφειλόμενων ημερη­σίων αναπαύσεων, κατόπιν αναφοράς-γνωστοποίησης που υποβάλλει αμέσως στην Υπηρεσία του, για συγκεκρι­μένες ημέρες τις οποίες ο διοικητής δύναται να διαφορο­ποιεί εντός της ιδίας εβδομάδας που υποβλήθηκε η ανα­φορά, εφόσον συντρέχουν έκτακτες και απρόβλεπτες υ­πηρεσιακές ανάγκες. Οι διευθυντές, διοικητές και προϊστάμενοι των Υπηρε­σιών κάνουν χρήση της ημερήσιας ανάπαυσης αφού ανα­φέρουν στον άμεσο προϊστάμενο τους, ο οποίος δύναται να διατάξει την αναβολή λήψης αυτής μόνον όταν τούτο επιβάλλεται για την αντιμετώπιση έκτακτων και απρόβλε­πτων υπηρεσιακών αναγκών που αφορούν και την Υπηρε­σία που προΐσταται ο δικαιούχος. Στην περίπτωση αυτή ο δικαιούχος κάνει χρήση της ημερήσιας ανάπαυσης το αρ­γότερο εντός εβδομάδας από την άρση του κωλύματος και σε ημέρα της επιλογής του, κατόπιν ενημέρωσης του άμεσου προϊσταμένου του.

4. Αν η εκτελούμενη υπηρεσία επιβάλλεται να συνεχι­σθεί και μετά τη λήξη του καθορισμένου χρόνου εργα­σίας, είτε από τη φύση της, είτε από ειδικές συνθήκες, δεν διακόπτεται αυτή, αλλά συνεχίζεται για όσο χρόνο απαι­τείται. Για την αντιμετώπιση εκτάκτων και απρόβλεπτων υπηρεσιακών αναγκών, ιδίως τάξης, ασφάλειας ή τροχαί­ας, δύναται να επιβάλλεται πρόσθετη εργασία, πέραν της οριζόμενης στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, με διαταγή του διοικητή αξιωματικού και ύστερα από έγκρι­ση της αμέσως προϊσταμένης του Υπηρεσίας, η οποία χορηγείται κατόπιν ελέγχου της βασιμότητας των προ­βαλλόμενων λόγων. Επίσης πρόσθετη εργασία δύναται να επιβληθεί όταν το αστυνομικό προσωπικό διατάσσεται σε επιφυλακή σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά δια­τάξεις. Σε κάθε περίπτωση ο επιπλέον χρόνος υπολογίζε­ται στη διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης.

5. Για το αστυνομικό προσωπικό που υπηρετεί σε Αστυ­νομικούς Σταθμούς ισχύει το ωράριο εργασίας που προ­βλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης β' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Οι Αστυνομικοί Σταθμοί των οποί­ων η παρούσα δύναμη του προσωπικού δεν επαρκεί για τη λειτουργία τους όλο το 24ωρο, λειτουργούν μόνο τις ώ­ρες που ορίζονται με διαταγή του διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Αστυνομίας ή Αστυνομικής Διεύθυνσης.

6. Ο χρόνος εργασίας των γυναικών αστυνομικών, που είναι μητέρες, οποιαδήποτε υπηρεσία και αν εκτελούν, περιορίζεται κατά δύο ώρες την ημέρα αν έχουν παιδιά μέχρι δύο ετών και κατά μία ώρα αν έχουν παιδιά από δύο μέχρι τεσσάρων ετών. Αντί της χρήσης του μειωμένου ω­ραρίου, οι μητέρες αστυνομικοί δικαιούνται να λάβουν την προβλεπόμενη από τις ισχύουσες κάθε φορά διατά­ξεις άδεια ανατροφής παιδιού. Αν για τις μητέρες υπαλλήλους ,ου Δημοσίου καθορί­ζεται ευνοϊκότερο ωράριο εφαρμόζεται και στις μητέρες αστυνομικούς.

7. Η ανακοίνωση της υπηρεσίας της επόμενης ημέρας γίνεται, υποχρεωτικά, μέχρι την 14.00 ώρα της προηγού­μενης και η μεταβολή της δεν επιτρέπεται Ειδικά, η ανα­κοίνωση της υπηρεσίας για τις αργίες και την επόμενη ερ­γάσιμη αυτών γίνεται, υποχρεωτικά, μέχρι την 14.00 ώρα της προηγούμενης εργάσιμης ημέρας και για το Σάββα­το, Κυριακή και Δευτέρα μέχρι την 14.00 της Παρασκευ­ής. Η υπηρεσία αστυνομικών μέτρων για γνωστές συνα­θροίσεις και συγκεντρώσεις διατάσσεται από τις υπηρε­σίες επιπέδου Διεύθυνσης και άνω τουλάχιστον δύο ημέρες πριν την εκδήλωση αυτών.

8. Όλες οι τακτικές και έκτακτες υπηρεσίες που εκτε­λούνται από το αστυνομικό προσωπικό, ανεξαρτήτως βαθμού και θέσης, και τα χρονικά τους όρια καταγράφο­νται στο βιβλίο υπηρεσίας, που τηρεί για το σκοπό αυτό κάθε Υπηρεσία, με μέριμνα και ευθύνη του διοικητή, Οι ε­κτός έδρας υπηρεσίες καταχωρούνται και με την ώρα α­ναχώρησης και επανόδου,

Άρθρο 2

Έννοια όρων

1. Υπηρεσία πέραν του πενθημέρου νοείται εκείνη που η ώρα έναρξης ή λήξης της περιλαμβάνεται ημερολογια­κά στο Σάββατο ή την Κυριακή.

2. Υπηρεσία κατά την ημέρα αργίας νοείται εκείνη που η ώρα έναρξης ή λήξης της περιλαμβάνεται ημερολογιακά στην ημέρα της αργίας.

3. Νυκτερινή υπηρεσία είναι κάθε υπηρεσία που εκτε­λείται μεταξύ της 22.00 νυκτερινής ώρας και της 06.00 πρωινής ώρας. Η νυκτερινή αλλαγή (βάρδια) θεωρείται εργασία της ημέρας λήξης αυτής.

4. Επιφυλακή είναι η κατάσταση του προσωπικού που βρίσκεται σε ετοιμότητα στην Υπηρεσία του για την άμε­ση ανάληψη υπηρεσίας εάν παραστεί ανάγκη. Ο χρόνος επιφυλακής είναι χρόνος εργασίας.

5. Η ημερήσια ανάπαυση αρχίζει από την 06.00 ώρα της επόμενης ημέρας από την ημέρα λήξης της υπηρεσίας του αστυνομικού προσωπικού και διαρκεί τουλάχιστον 24 ώρες. Το αστυνομικό προσωπικό που κάνει χρήση ημερή­σιας ανάπαυσης απουσιάζει νόμιμα και η αδυναμία έγκαι­ρης επιστροφής στην Υπηρεσία του για λόγους ανωτέρας βίας δεν θεωρείται υπέρβαση της ημερήσιας ανάπαυσης και εφαρμόζονται ανoλoγικά οι διατάξεις του άρθρου 24 του Π.Δ.27/1986 (Φ.Ε.Κ.-11/Α). Η ημερήσια ανάπαυση δεν ανακαλείται, με την επιφύλαξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Π.Δ.27/1986 (Φ.Ε.Κ.-11/Α).

Άρθρο 3

Δικαιώματα και υποχρεώσεις αστυνομικού προσωπικού

1. Το αστυνομικό προσωπικό το οποίο εκτελεί διατεταγ­μένη υπηρεσία σε αλλαγές 8ωρης ή 6ωρης βάσης δεν διατίθεται σε εκτέλεση νέας υπηρεσίας τις επόμενες δε­καέξι ή δώδεκα ώρες, αντίστοιχα, από τη λήξη αυτής, με την επιφύλαξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του παρόντος δια­τάγματος.

2. Η διάθεση του αστυνομικού προσωπικού σε υπηρε­σία δύο αλλαγών στο ίδιο ημερολογιακό 24ωρο, δεν επι­τρέπεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 1 και της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρό­ντος διατάγματος.

3. Το αστυνομικό προσωπικό, κατά το χρόνο που δεν έ­χει διατεθεί σε υπηρεσία:

α. Ενημερώνει τους αρμόδιους της Υπηρεσίας του για τον τόπο και τρόπο ανεύρεσή ς του σε περίπτωση ανά­γκης, όταν απομακρύνεται από την έδρα της Υπηρεσίας του.

β. Σπεύδει στην Υπηρεσία του, όταν αντιληφθεί ότι υ­πάρχουν έκτακτα γεγονότα ή άλλα περιστατικά που επι­βάλλουν την παρουσία του.

γ. Θεωρείται ότι βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία σε κάθε περίmωση που καθίσταται αναγκαία η παρέμβα­σή του (άρθρο 9 παρ. 2 Ν.280ΟΙ2000, Φ.Ε.Κ. 41/Α).

δ. Παρέχει τη συνδρομή του στους αστυνομικούς όταν αυτή θεωρείται αναγκαία.

ε. Συμμετέχει στις συγκεντρώσεις του προσωπικού της Υπηρεσίας του, που γίνονται όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, κατά την κρίση του διοικητή αυτής. Ο χρόνος συμ­μετοχής στις εν λόγω συγκεντρώσεις δεν προσμετράτε στο συνολικό χρόνο εργασίας.

στ. Λαμβάνει, με προσωπική του ευθύνη, γνώση της υ­πηρεσίας που διατίθεται την επόμενη ημέρα.

Άρθρο 4

Χρόνος εργασίας και υποχρεώσεις πολιτικού προσωπικού

1. Το πολιτικό προσωπικό (άρθρο 18 Ν. 2800/2000) προ­σέρχεται στην Υπηρεσία του και αναχωρεί σύμφωνα με το ωράριο εργασίας που ακολουθεί.

2. Το πολιτικό προσωπικό ακολουθεί το ωράριο εργα­σίας που ισχύει κάθε φορά για τις Δημόσιες Υπηρεσίες.

3. Κατ' εξαίρεση των ανωτέρω, το πολιτικό προσωπικό, λόγω της ιδιοτυπίας των συνθηκών λειτουργίας των Α­στυνομικών Υπηρεσιών ή του είδους και της μορφής της υπηρεσίας και των ιδιαιτεροτήτων της παρεχόμενης α­στυνομικής εργασίας:

α. Ακολουθεί το ωράριο εργασίας των Υπηρεσιών που υπηρετεί, όταν το έργο που του έχει ανατεθεί είναι απα­ραίτητο για την υποστήριξη της αποστολής των Υπηρε­σιών αυτών.

β. Δύναται να καλείται για υπηρεσία της αρμοδιότητάς του, εφόσον υπάρχουν σοβαροί υπηρεσιακοί λόγοι και κρίνεται απαραίτητη η συμβολή του, οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου, καθώς και την έκτη ημέρα της εβδομάδας, κατά την κρίση του προϊστάμενου ή διοικητή ή διευθυντή της Υπηρεσίας του, ύστερα από έγκριση της προϊσταμένης αυτού Υπηρεσίας.

γ. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της περίm. α' της παραγρ. 1, καθώς και του τρίτου και τετάρτου εδαφίου της παραγρ. 3 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος, έχουν εφαρμογή και για το πολιτικό προσωπικό των Υπη­ρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας.

Άρθρο 5

Χρόνος εργασίας επί θητεία συνοριακών φυλάκων και ειδικών φρουρών

Οι επί θητεία συνοριακοί φύλακες και ειδικοί φρουροί (άρθρο 18 Ν.2800/2000) ακολουθούν το ωράριο εργα­σίας που ισχύει κάθε φορά, για το αστυνομικό προσωπικό το οποίο εκτελεί τις υπηρεσίες της περίπτωσης β' της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος και έχουν τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Άρθρο 6 Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται το Π.Δ. 28/19R6 (Φ.Ε.Κ.11/Α).

Άρθρο 7.

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δη­μοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

Αθήνα. 28 Νοεμβρίου 2001

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ

 

 
ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 100/2003 ΦΕΚ Α 94 20030422

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 100/2003 ΦΕΚ Α 94 20030422

Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 εδάφ. δ', στ' και θ' του Ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α 152), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 1590/1986 (Α'/49).

2. Τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α'/41).

3. Τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα», όπως προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 (Α7154) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2469/1997 (Α'38).

4. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. 5. Την 120/2003 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, αποφασίζουμε:

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αρχή οργανικότητας των θέσεων.


Οι αστυνομικοί τοποθετούνται και μετατίθενται μόνο σε οργανικές θέσεις του βαθμού τους που είναι κενές ή κενώνονται λόγω μετάθεσης συναδέλφου τους. Κατ' εξαίρεση μπορεί να τοποθετούνται και μετατίθενται σε οργανικές θέσεις του αμέσως ανωτέρου βαθμού, εφόσον δεν είναι δυνατή η πλήρωση αυτών με αστυνομικούς του προβλεπομένου βαθμού. Επίσης, αξιωματικός δύναται να υπηρετήσει, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του αρμοδίου οργάνου και σε οργανική θέση αμέσως κατώτερη του βαθμού του, εφόσον εξυπηρετείται το υπηρεσιακό συμφέρον.


Άρθρο 2

Έννοια όρων.


Για την εφαρμογή του παρόντος:

1. Ως τόπος συμφερόντων του αστυνομικού θεωρείται ο Δήμος ή η Κοινότητα της επιλογής του, με την επιφύλαξη των διατάξεων περί εντοπιότητας, εφόσον ο τόπος αυτός αποτελεί έδρα αστυνομικής Υπηρεσίας και περιλαμβάνεται μεταξύ των κατωτέρω περιοριστικά αναφερόμενων τόπων: α. Του τόπου γέννησης ή πολιτογράφησης ή εγγραφής στα δημοτολόγια του ιδίου ή της συζύγου του ή του πλησιέστερου προς αυτόν τόπου της αυτής περιοχής μετάθεσης. β. Του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο ίδιος ή εργάζεται ο/η σύζυγος. γ. Του τόπου στον οποίο έχει ιδιόκτητη κατοικία ο ίδιος ή ο/η σύζυγος του ή διαμένουν οι γονείς του ιδίου ή της συζύγου του.

2. Ως περιοχή μετάθεσης θεωρείται η περιφέρεια της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής, της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης ή των Αστυνομικών Διευθύνσεων.

3. Ως αυτός τόπος θεωρείται:

α. Η πόλη ή κωμόπολη που εδρεύει η Αστυνομική Υπηρεσία.

β. Η περιφέρεια της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής εκτός των Υπηρεσιών που εδρεύουν σε νησί και των πόλεων: Αναβύσσου, Αρτέμιδος, Αυλώνα, Βιλλίων, Καλάμου, Καλυβιών, Καπανδριτίου, Κερατέας, Κινέττας, Κορωπίου, Λαυρίου, Μαραθώνα, Μαλακάσας, Μάνδρας, Μαρκοπούλου, Μεγάρων, Νέας Μάκρης, Πόρτο Ράφτη, Ραφήνας, Σαρωνίδας, και Ωρωπού.

γ. Η περιφέρεια της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης εκτός των πόλεων Ασπροβάλτας, Ζαγκλιβερίου, Νέας Απολλωνίας, Σοχού, Σταυρού, Αρέθουσας, Ασκού, Προφήτη, Μαδύτου και Ξυλούπολης.

δ. Η περιφέρεια των δήμων Βόλου και Νέας Ιωνίας Βόλου του Νομού Μαγνησίας, καθώς και των Δήμων Ηρακλείου και Αλικαρνασσού του Νομού Ηρακλείου.

4. Ως υπηρεσιακά κριτήρια νοούνται εκείνα που συνδέονται με υπηρεσιακές ανάγκες, όπως η προϋπηρεσία σε ορισμένες Υπηρεσίες, η εμπειρία, οι ειδικές γνώσεις, η υπηρεσιακή απόδοση και η πειθαρχικότητα. Ως κοινωνικά κριτήρια νοούνται ιδίως η προτίμηση του ενδιαφερομένου, η οικογενειακή του κατάσταση, η συνυπηρέτηση, οι λόγοι υγείας και οι σπουδές του ιδίου ή μέλους της οικογενείας του.

5. Ως μέλη της οικογένειας του αστυνομικού θεωρούνται ο σύζυγος και τα άγαμα παιδιά μέχρι ηλικίας 20 ετών ή μέχρι ηλικίας 25 ετών, εφόσον φοιτούν σε σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της φοίτησης βεβαιούμενης με πιστοποιητικό της οικείας Σχολής, καθώς και τα ανίκανα για εργασία, λόγω αναπηρίας, άγαμα παιδιά ανεξάρτητα από το όριο ηλικίας. Η ανικανότητα για εργασία πιστοποιείται από την Ανωτάτη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνωμάτευση Κρατικού Νοσοκομείου.

6. Ως Υπηρεσίες δυσμενούς διαβίωσης θεωρούνται οι παρακάτω Υπηρεσίες:

α. Αστυνομικά Τμήματα: Εχίνου - Ξάνθης, Σαμοθράκης - Αλεξανδρούπολης, Σιδηρονέρου - Δράμας, Αγ. Γερμανού - Φλωρίνης, Κρυσταλλοπηγής - Φλωρίνης, Νεστορίου - Καστοριάς, Δελβινακίου - Ιωαννίνων, Πυρσόγιαννης - Ιωαννίνων, Πραμάντων - Ιωαννίνων, Φουρνάς - Ευρυτανίας, Κερασοχωρίου - Ευρυτανίας, Λιβαδίου - Λάρισας, Μεγίστης - Δωδεκανήσου, Σύμης - Δωδεκανήσου, Αγίου Όρους - Χαλκιδικής, Χώρας Σφακίων - Χανίων, Παξών - Κερκύρας, Κυθήρων - Πειραιά και Εμπεσού - Ακαρνανίας.

β. Τμήματα - Κλιμάκια Συνοριακής Φύλαξης: Μαστοροχωρίων - Ιωαννίνων, Α' και Β' Δελβινακίου-Ιωαννίνων, Άνω Πωγωνίου - Ιωαννίνων, Νεστορίου-Καστοριάς, Αλιάκμονα-Καστοριάς, Κορεστίων-Καστοριάς, Κρυσταλοπηγής - Φλώρινας, Πρεσπών - Φλώρινας, Κρανέας-Γρεβενών και Κοτύλης-Ξάνθης.

γ. Αστυνομικοί Σταθμοί: Μέδουσας - Ξάνθης, Κοτύλης -Ξάνθης, Ωραίου - Ξάνθης, Μύκης - Ξάνθης, Γέρακα - Ξάνθης, Σατρών - Ξάνθης, Ραγάδας - Ροδόπης, Οργάνης - Ροδόπης, Κέχρου - Ροδόπης, Σιδηρού - Αλεξανδρούπολης, Μικρού Δερείου - Αλεξανδρούπολης, Μεγάλου Δερείου -Αλεξανδρούπολης, Μαρασίων - Ορεστιάδας, Λακκώματος - Αλεξανδρούπολης, Ψαράδων - Φλωρίνης, Ανταρτικού - Φλωρίνης, Ακρίτα - Φλωρίνης, Νυμφαίου - Φλωρίνης, Αυγής - Καστοριάς, Επταχωρίου - Καστοριάς, Διποταμίας - Καστοριάς, Μακροχωρίου - Καστοριάς, Πενταλόφου - Κοζάνης, Κρανέας - Γρεβενών, Αγ. Θεοδώρων - Γρεβενών, Καστανής - Ιωαννίνων, Διστράτου - Ιωαννίνων, Κεφαλοχωρίου - Ιωαννίνων, Αγ. Παρασκευής - Ιωαννίνων, Σκουληκαριάς - Άρτας, Οθωνών - Κερκύρας, Δάφνης-Χαλκιδικής, Βατοπεδίου - Χαλκιδικής, Μεγίστης Λαύρας - Χαλκιδικής, Ζωγράφου - Χαλκιδικής, Πρασινάδας - Δράμας, Αγ. Τριάδος - Ευρυτανίας, Αγράφων - Ευρυτανίας, Γρανίτσας - Ευρυτανίας, Αθαν. Διάκου - Φωκίδας, Αρτοτίνας - Φωκίδας, Πλατάνου - Αιτωλίας, Αγ. Ευστρατίου - Λέσβου, Καροπλεσίου - Καρδίτσης, Κατάφυτου - Τρικάλων, Ανθηρού - Καρδίτσης, Πετρίλου - Καρδίτσης, Βραγκιανών - Καρδίτσης, Γαρδικίου - Τρικάλων, Κομίτου - Ευβοίας, Αντικυθήρων - Πειραιώς, Ανάφης - Κυκλάδων, Σικίνου - Κυκλάδων, Φολεγάνδρου - Κυκλάδων, Κουφονησίων - Κυκλάδων, Φούρνων - Σάμου, Ραχών - Σάμου, Ευδήλου - Σάμου, Οινουσσών - Χίου, Ψαρών - Χίου, Τήλου - Δωδεκανήσου, Λειψών - Δωδεκανήσου, Απερίου -Δωδεκανήσου, Αρκάσας - Δωδεκανήσου, Διαφανίου -Δωδεκανήσου, Κάσου - Δωδεκανήσου, Μεσοχωρίου -Δωδεκανήσου, Νισύρου - Δωδεκανήσου, Χάλκης - Δωδεκανήσου, Ερεικούσας - Κέρκυρας, Ποταμού Κυθήρων, Βροντερού -Φλωρίνης, Γαύδου -Χανίων, Αγ. Άννης-Χαλκιδικής, Αγ. Παντελεήμονος - Χαλκιδικής, Αγαθονησίου -Δωδεκανήσου, Ψερίμου -Δωδεκανήσου, και Χιλανδαρίου Χαλκιδικής.

7. Ως πλήρες έτος μετάθεσης θεωρείται το χρονικό διάστημα από την 1η Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Αυγούστου του επόμενου έτους.


Άρθρο 3

Αντικειμενικά κριτήρια.

 

1. Οι τακτικές μεταθέσεις των αστυνομικών μέχρι και του βαθμού του Αστυνόμου Β' από μία περιοχή μετάθεσης σε άλλη γίνονται κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, η δε προτεραιότητα καθορίζεται από τον αριθμό των μορίων (μονάδων) που συγκεντρώνει ο αστυνομικός, με βάση τα ακόλουθα αντικειμενικά κριτήρια:

α. Της απόστασης της έδρας της Γενικής Αστυνομικής Δ/νσης Αττικής και Θεσσαλονίκης ή της Αστυνομικής Δ/νσης στην οποία υπάγεται η Υπηρεσία που υπηρετεί από την έδρα της Γενικής Αστυνομικής Δ/νσης Αττικής και Θεσσαλονίκης ή της Αστυνομικής Δ/νσης στην οποία υπάγεται ο τόπος συμφερόντων του. Προκειμένου για νησιωτικές περιοχές η απόσταση προσμετρείται από το κύριο λιμάνι του νησιού.

β. Των ετών υπηρεσίας και προϋπηρεσίας του σε καθοριζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος Υπηρεσίες.

γ. Της οικογενειακής του κατάστασης. Σε περίπτωση συγκέντρωσης ίσου αριθμού μορίων, προηγείται ο ανώτερος ή αρχαιότερος για κάθε κατηγορία.

2. Για κάθε ένα από τα ανωτέρω κριτήρια καθορίζεται ο ακόλουθος αριθμός μορίων:

α. Ο αστυνομικός, για κάθε έτος παραμονής του σε Υπηρεσία που απέχει πέραν των 15 χ.λ.μ. από τον τόπο των συμφερόντων του, της αποστάσεως υπολογιζόμενης κατά το εδάφιο α' της προηγούμενης παραγράφου, λαμβάνει τον ακόλουθο αριθμό μορίων: (1) Από 16-100 χλμ.: 1 μόριο (2) Από 101 - 600 χλμ. για κάθε 100 χλμ.: επιπλέον 1 μόριο (3) Από 601 και άνω: επιπλέον 2 μόρια. Τα μόρια λόγω απόστασης, για μικρότερα του έτους χρονικά διαστήματα υπολογίζονται σε χιλιοστά της μονάδας. Οι θαλάσσιες αποστάσεις υπολογίζονται στο τριπλάσιο. Ο χρόνος απόσπασης αστυνομικού στο εξωτερικό, ο χρόνος φοίτησης του στις Παραγωγικές Σχολές (Σχολή Αξιωματικών - Σχολή Αστυφυλάκων) και στο Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ.Ε.Μ.Α), καθώς και ο χρόνος υπηρεσίας αστυνομικού στις Υπηρεσίες των εδαφίων γ' και δ" του άρθρου 4 του παρόντος, εφόσον αυτός μετακινήθηκε στις τελευταίες από Υπηρεσία εκτός περιοχής μετάθεσης Γενικής Αστυνομικής Δ/νσης Αττικής, λογίζεται για το διάστημα αυτό, ως διανυθείς στον τόπο συμφερόντων του.

β. Για τα έτη υπηρεσίας και προϋπηρεσίας σε καθοριζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος Υπηρεσίες, ο αστυνομικός λαμβάνει τον ακόλουθο αριθμό μορίων: (1) Για κάθε έτος υπηρεσίας από την ημερομηνία κατάταξης, ένα (1) μόριο. (2) Για κάθε έτος υπηρεσίας σε Υπηρεσίες δυσμενούς διαβίωσης, επιπλέον δύο (2) μόρια. (3) Για κάθε έτος υπηρεσίας σε μια από τις Αστυνομικές Διευθύνσεις: Κυκλάδων, Δωδεκανήσου, Σάμου, Χίου, Λέσβου, Καστοριάς, Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Φλώρινας, Ροδόπης και Ξάνθης, επιπλέον δύο (2) μόρια, εφόσον δεν συμπίπτει με τον τόπο συμφερόντων του. Για τον υπολογισμό των ετών υπηρεσίας του παρόντος εδαφίου, θεωρείται ότι αυτός υπηρετεί στο Σώμα ή στην Υπηρεσία αυτή μέχρι την 31η Αυγούστου του έτους υποβολής της αίτησης μετάθεσης. Το μικρότερο του εξαμήνου χρονικό διάστημα δεν λαμβάνεται υπόψη, ενώ το μεγαλύτερο λογίζεται ως έτος.

γ. Για την οικογενειακή του κατάσταση, ο αστυνομικός λαμβάνει τον ακόλουθο αριθμό μορίων: (1) Οι έγγαμοι χωρίς τέκνα πέντε (5) μόρια, στα οποία προστίθεται επιπλέον ένα (1) μόριο για κάθε έτος έγγαμης συμβίωσης. (2) Οι έγγαμοι με τέκνα επιπλέον δύο (2) μόρια για το πρώτο τέκνο, τέσσερα (4) μόρια για το δεύτερο και έξι (6) μόρια για το τρίτο και για καθένα από τα επόμενα τέκνα. Στα μόρια αυτά προστίθενται κατ' έτος ένα (1) μόριο για το πρώτο, δύο (2) μόρια για το δεύτερο και τρία μόρια (3) για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα. (3) Οι άγαμοι γονείς και οι τελούντες σε διάζευξη ή σε χηρεία με τέκνα δύο (2) μόρια για το πρώτο τέκνο, τέσσερα (4) μόρια για το δεύτερο και έξι (6) μόρια για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα. Στα μόρια αυτά προστίθενται κατ' έτος ένα (1) μόριο για το πρώτο, δύο (2) μόρια για το δεύτερο και τρία μόρια (3) για το τρίτο και καθένα από τα επόμενα τέκνα. (4) Οι έγγαμοι επιπλέον πέντε (5) μόρια, για κάθε πλήρες έτος μετάθεσης μακράν του τόπου εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος του συζύγου τους που πιστοποιείται με βεβαίωση του αρμόδιου ασφαλιστικού φορέα, εφόσον ο τόπος αυτός ανήκει σε άλλη περιοχή μετάθεσης, απέχει πέραν των τριάντα (30) χιλιομέτρων από την έδρα της υπηρεσίας του αστυνομικού, ανήκει στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του και υποβάλλεται κατ' έτος αίτηση μετάθεσης για τον τόπο αυτό. Η υποβολή αίτησης για τον ως άνω σκοπό επιτρέπεται και στην περίπτωση που δεν έχουν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις του βαθμού τους για τη συγκεκριμένη περιοχή μετάθεσης υπό τον όρο ότι συντρέχουν οι αναφερόμενες στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του παρόντος διατάγματος προϋποθέσεις.

δ. Μεταβολές της οικογενειακής κατάστασης του αστυνομικού, που επέρχονται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αίτησης μετάθεσης, λαμβάνονται υπόψη για το επόμενο έτος μετάθεσης.

3. Στη σειρά προτεραιότητας προηγούνται οι αστυνομικοί που υπάγονται σε μια από τις κατωτέρω, κατά σειρά, κατηγορίες, συγκρινόμενοι, κατά κατηγορία, μόνο μεταξύ τους με βάση τα παραπάνω κριτήρια:

α. Οι πολύτεκνοι.

β. Οι έχοντες μέλος της ιδίας οικογένειας με αναπηρία 67% τουλάχιστον ή με ειδικές ανάγκες.

γ. Οι τελούντες σε χηρεία ή διάζευξη, στους οποίους έχει ανατεθεί η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους.

δ. Οι έχοντες στην περιοχή, για την οποία ζητούν μετάθεση, τον τόπο των συμφερόντων τους.

4. Τα μόρια που λαμβάνει ο αστυνομικός λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων του ή τον τόπο εργασίας ή ασκήσεως επαγγέλματος της συζύγου του διαγράφονται μετά την κοινοποίηση της διαταγής μετάθεσης του στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του.

 


Άρθρο 4

Εξαιρέσεις από τα αντικειμενικά κριτήρια.


Δεν λαμβάνονται υπόψη τα αντικειμενικά κριτήρια (μόρια) στις κατωτέρω περιπτώσεις μεταθέσεων:

α. Των τελούντων σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου.

β. Των αστυνομικών ειδικών καθηκόντων.

γ. Των μετατιθέμενων στις Υπηρεσίες Ασφαλείας Προέδρου Δημοκρατίας, Υπηρεσίας Ασφάλειας Βουλής των Ελλήνων και Προέδρου Κυβέρνησης.

δ. Των μετατιθεμένων στο Γραφείο του Αρχηγού, του Υπαρχηγού και των λοιπών Αντιστράτηγων της Ελληνικής Αστυνομίας.

ε. Των συνοδών αστυνομικών σκύλων και των πυροτεχνουργών.


Άρθρο 5

Διαδικασία δήλωσης τόπου συμφερόντων.


1. Όλοι οι αστυνομικοί μέχρι και του βαθμού του Αστυνόμου Β', υποβάλλουν δήλωση του τόπου συμφερόντων τους. Αλλαγή του τόπου των συμφερόντων επιτρέπεται μόνο ύστερα από νέα δήλωση του αστυνομικού στην περίπτωση γάμου του, απόκτησης ιδιόκτητης κατοικίας σε διαφορετικό τόπο, λύσης του γάμου του ή θανάτου του συζύγου του ή όταν συντρέχει μεταβολή άλλων στοιχείων από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παρόντος. Η αλλαγή του τόπου συμφερόντων, καθώς και τα δικαιούμενα μόρια, λαμβάνονται υπόψη για τις μεταθέσεις του αμέσως επόμενου, της δήλωσης ημερολογιακού έτους. 2. Η δήλωση υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο στην Υπηρεσία του. Ο διοικητής αξιωματικός της Υπηρεσίας προβαίνει στον έλεγχο της δήλωσης και με πράξη του στο σώμα αυτής βεβαιώνει την ακρίβεια του περιεχομένου της, δικαιούμενος να ζητήσει από τον ενδιαφερόμενο να προσκομίσει τα απαραίτητα κατά την κρίση του στοιχεία προς επιβεβαίωση των δηλωθέντων. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ανακρίβεια των δηλωθέντων στοιχείων, καλεί εγγράφως τον ενδιαφερόμενο να υποβάλει νέα δήλωση.Αν ο ενδιαφερόμενος εμμένει στην ανακριβή δήλωση του ή αρνείται να υποβάλει νέα, θεωρείται ότι υπηρετεί στον τόπο των συμφερόντων του. Οι δηλώσεις των διοικητών Υπηρεσιών ελέγχονται από τον διοικητή του αμέσως ιεραρχικά προϊστάμενου κλιμακίου. Όλες οι δηλώσεις υποβάλλονται ιεραρχικά, μέσω των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης καθώς και Αστυνομικών Διευθύνσεων ή ισότιμων Υπηρεσιών, στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται και στην περίπτωση υποβολής δήλωσης αλλαγής του τόπου συμφερόντων. 3. Η υποβολή δήλωσης αλλαγής τόπου συμφερόντων δεν θίγει τον αριθμό των μορίων, που συγκεντρώθηκαν με βάση τον προηγούμενο τόπο συμφερόντων. Τα μόρια αυτά προσμετρούνται για τη μετάθεση του στο νέο τόπο συμφερόντων του, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος. 4. Οι εξερχόμενοι των οικείων Παραγωγικών Σχολών αστυνομικοί υποβάλλουν τη δήλωση τόπου συμφερόντων εντός 20ημέρου από την ημερομηνία που θα παρουσιασθούν στις Υπηρεσίες που τοποθετήθηκαν, ενώ η προσμέτρηση των μορίων τα οποία αυτοί δικαιούνται υπολογίζεται από την ημερομηνία αυτή. 5. Στην περίπτωση που ο αστυνομικός μετατεθεί, με αίτηση του, από Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του σε άλλη περιοχή μετάθεσης, θεωρείται ότι ο τόπος όπου εδρεύει η νέα του Υπηρεσία αποτελεί και τόπο συμφερόντων του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που ο αστυνομικός μετατίθεται με αίτηση του σε περιοχή μετάθεσης εκτός αυτής του τόπου συμφερόντων του, εφόσον δεν συμπεριέλαβε ως πρώτη επιλογή στην αίτηση του τις Υπηρεσίες της περιοχής μετάθεσης του τόπου συμφερόντων του, καίτοι για την περιοχή αυτή είχαν προκηρυχθεί προς κάλυψη κενές θέσεις του βαθμού του. 6. Μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος δικαιολογείται μόνο μια αλλαγή τόπου συμφερόντων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ

Άρθρο 6

Περιπτώσεις τοποθετήσεων.



Οι τοποθετήσεις των αστυνομικών ενεργούνται στις εξής περιπτώσεις:

α. Όταν αποφοιτούν από τις Παραγωγικές Σχολές.

β. Όταν επανακατατάσσονται ή επαναφέρονται καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ενεργό υπηρεσία.

γ. Όταν αποφοιτούν από το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων (Τ. Ε.Μ.Α.).

δ. Όταν μετατάσσονται σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου.

ε. Όταν μετατάσσονται στην κατηγορία αστυνομικών ειδικών καθηκόντων.

στ. Όταν προσλαμβάνονται αστυνομικοί ειδικών καθηκόντων.


Άρθρο 7

Τοποθετήσεις νεοεξερχομένων Αστυφυλάκων.

1. Οι νεοεξερχόμενοι Αστυφύλακες τοποθετούνται και εκτελούν υπηρεσία σε όλες τις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, σύμφωνα με τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. Εξαιρούνται όσοι επιλέγονται μετά από διαδικασίες αξιολόγησης για τη Διεύθυνση Πληροφορικής του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας.

2. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που, ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες, θα πληρωθούν από τους νεοεξερχομένους Αστυφύλακες κατά Διεύθυνση Αστυνομίας, Αστυνομική Διεύθυνση ή ισότιμη Υπηρεσία. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται ένα (1) μήνα τουλάχιστον προ της εξόδου στη Σχολή Αστυφυλάκων και στις Υπηρεσίες που θα τοποθετηθούν. Οι Υπηρεσίες αυτές οφείλουν μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση να αναφέρουν στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού τις συγκεκριμένες Υπηρεσίες δικαιοδοσίας τους που θα τοποθετήσουν τους νέους Αστυφύλακες, που τους κατανέμονται με απόφαση του Αρχηγού. Όσοι υπάγονται στις κατηγορίες α', β' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους αστυνομικούς, συνοριακούς φύλακες, ειδικούς φρουρούς δικαστικούς λειτουργούς, στρατιωτικούς, πυροσβεστικούς υπαλλήλους και λιμενικούς, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις κατά προτεραιότητα με βάση την ως άνω αναγραφόμενη σειρά κατά κατηγορία και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά.

3. Η Σχολή Αστυφυλάκων κοινοποιεί στους Δοκίμους Αστυφύλακες την απόφαση του Αρχηγού περί κατανομής των θέσεων και καλεί αυτούς να υποβάλουν αιτήσεις, στις οποίες δηλώνουν υποχρεωτικά όλες τις Διευθύνσεις που αναφέρονται στην απόφαση, κατά σειρά προτίμησης τους.

4. Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας κατανέμει αυτούς στις Αστυνομικές Διευθύνσεις, Διευθύνσεις Αστυνομίας ή ισότιμες με αυτές Υπηρεσίες, ανάλογα με τη σειρά εξόδου τους από τη Σχολή και τη σειρά προτίμησης τους. Στη συνέχεια η κατανομή αυτή επικυρώνεται με απόφαση του Αρχηγού και κοινοποιείται στη Σχολή Αστυφυλάκων και στις εμπλεκόμενες Υπηρεσίες.

5. Εκείνοι που για οποιονδήποτε λόγο εξέρχονται της Σχολής μετά την έκδοση της απόφασης τοποθέτησης των ομοταξίων συναδέλφων τους καταλαμβάνουν τις θέσεις που προκηρύχθηκαν και δεν καλύφθηκαν, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο παρόν άρθρο. Σε περίπτωση που έχουν καλυφθεί όλες οι προκηρυχθείσες θέσεις, η τοποθέτηση γίνεται με απόφαση του Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια.

6. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Διευθύνσεων, στις οποίες κατανέμονται οι νέοι Αστυφύλακες, τοποθετούν υποχρεωτικά αυτούς στις προκαθορισμένες από αυτούς θέσεις, με υπηρεσιακά κατ' αρχήν κριτήρια, λαμβανομένων υπόψη της σειράς εξόδου από τη Σχολή, καθώς και των κοινωνικών κριτηρίων, όταν πρόκειται για τοποθέτηση σε Υπηρεσίες που δεν εδρεύουν στον ίδιο τόπο. Η σειρά εξόδου αναγράφεται επί του Φύλλου Πορείας.


Άρθρο 8

Τοποθετήσεις νεοεξερχομένων Υπαστυνόμων Β'.

1. Οι εξερχόμενοι από την Σχολή Αξιωματικών Υπαστυνόμοι Β' τοποθετούνται και εκτελούν υπηρεσία σε όλες τις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας σύμφωνα με τη διαδικασία των επομένων παραγράφων. Εξαιρείται ποσοστό 5% των εξερχόμενων, που προηγείται στη σειρά εξόδου, οι οποίοι μπορεί να τοποθετούνται σε οποιαδήποτε Υπηρεσία της προτίμησης τους, εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση. Επίσης, εξαιρούνται όσοι επιλέγονται μετά από διαδικασίες αξιολόγησης για τη Διεύθυνση Πληροφορικής του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας.

2. Με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζεται ο αριθμός των κενών οργανικών θέσεων που ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες θα πληρωθούν από τους νεοεξερχόμενους Υπαστυνόμους Β', κατά Διεύθυνση Αστυνομίας, ή ισότιμη Υπηρεσία των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης, καθώς και κατά Αστυνομικό Τμήμα ή ισότιμη Υπηρεσία και Αστυνομικό Σταθμό των Αστυνομικών Διευθύνσεων Νομών ή Τμήμα Δοκίμων Αστυφυλάκων. Για τον υπολογισμό των ως άνω κενών θέσεων δεν λαμβάνονται υπόψη οι θέσεις που θα πληρωθούν, αφενός από τους κατώτερους αξιωματικούς κατά τις τακτικές μεταθέσεις και αφετέρου από νέους Υπαστυνόμους που εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στους ενδιαφερόμενους, μέσω της Σχολής Αξιωματικών.

3. Οι ενδιαφερόμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν, εντός 5νθημέρου από την κοινοποίηση της ως άνω απόφασης αιτήσεις, στις οποίες δηλώνουν όλες υποχρεωτικά τις Υπηρεσίες που αναφέρονται στην απόφαση αυτή, κατά σειρά προτίμησης τους, ενώ αυτοί για τους οποίους έχει αποφασισθεί να στελεχώσουν τη Διεύθυνση Πληροφορικής του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας στην αίτηση τους αναγράφουν μόνο τη Διεύθυνση Πληροφορικής.

4. Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας, με απόφαση του, τοποθετεί τους ενδιαφερόμενους στις προκαθορισμένες θέσεις, ανάλογα με την προτίμηση τους και τον αριθμό των μορίων που συγκεντρώνουν, με βάση τη σειρά εξόδου τους από τη Σχολή, σύμφωνα με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου, στα οποία προστίθενται και τα μόρια που προβλέπονται με βάση τα κριτήρια των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος. Όσοι υπάγονται στις κατηγορίες α', β' και γ' της παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, καθώς και όσοι πληρούν τις προϋποθέσεις συνυπηρέτησης με συζύγους αστυνομικούς, συνοριακούς φύλακες, ειδικούς φρουρούς, στρατιωτικούς, λιμενικούς, πυροσβεστικούς υπαλλήλους ή δικαστικούς λειτουργούς, τοποθετούνται στις προκηρυχθείσες θέσεις κατά προτεραιότητα με βάση την ως άνω αναγραφόμενη σειρά κατά κατηγορία και εφόσον έχουν υποβληθεί στην Υπηρεσία τα απαραίτητα πιστοποιητικά.

5. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων των Διευθύνσεων Αστυνομίας ή των ισότιμων Υπηρεσιών των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης τοποθετούν τους Υπαστυνόμους Β' που κατανέμονται σ' αυτές σε κενές θέσεις των Υπηρεσιών τους, με βάση τα κριτήρια που καθορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο.

6. Για την τοποθέτηση των νεοεξερχομένων Υπαστυνόμων Β' καθορίζονται μόρια ανάλογα με τη σειρά εξόδου αυτών ως εξής: (1) Από 1-10% των εξερχόμενων 10 μόρια. (2) Από 11 - 20% » » 9 μόρια. (3) Από 21-30% » » 8 μόρια. (4) Από 31-40% » » 7 μόρια. (5) Από 41-50% » » 6 μόρια. (6) Από 51-60% » » 5 μόρια. (7) Από 61-70% » » 4 μόρια. (8) Από 71-80% » » 3 μόρια. (9) Από 81-90% » » 2 μόρια. (10) Από 91 -100% » » 1 μόριο. Σε περίπτωση συγκέντρωσης ίσου αριθμού μορίων προηγείται ο έχων καλύτερη σειρά εξόδου. Τα ανωτέρω μόρια διαγράφονται μετά το πέρας της τοποθέτησης και δεν υπολογίζονται για τις περαιτέρω μεταθέσεις.

7. Οι Υπαστυνόμοι Β' που για οποιονδήποτε λόγο εξέρχονται της Σχολής μετά την έκδοση της απόφασης τοποθέτησης των ομοταξίων συναδέλφων τους καταλαμβάνουν τις θέσεις που προκηρύχθηκαν και δεν καλύφθηκαν σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο. Σε περίπτωση που έχουν καλυφθεί όλες οι προκηρυχθείσες θέσεις η τοποθέτηση γίνεται με απόφαση του Αρχηγού Ελληνικής Αστυνομίας με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια.


Άρθρο 9

Τοποθετήσεις Υπαστυνόμων Β' εξερχόμενων από το Τ.Ε.Μ.Α.

1. Οι αποφοιτούντες από το Τ.Ε.Μ.Α. Υπαστυνόμοι Β' τοποθετούνται σε κενές θέσεις του βαθμού τους, με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια, κατά προτίμηση σε Υπηρεσίες της περιοχής μετάθεσης από την οποία προέρχονται ή άλλης της προτίμησης τους ή όμορης προς την τελευταία.

2. Η τοποθέτηση αυτών γίνεται με απόφαση του Ανωτέρου Συμβουλίου Μεταθέσεων και κοινοποιείται με διαταγή του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.


Άρθρο 10

Λοιπές περιπτώσεις.

Οι επανακατατασσόμενοι, οι επανερχόμενοι καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ενεργό Υπηρεσία, οι μετατασσόμενοι σε Υπηρεσία Γραφείου ή ειδικών καθηκόντων, καθώς και οι προσλαμβανόμενοι αστυνομικοί ειδικών καθηκόντων, τοποθετούνται με απόφαση του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια.


Άρθρο 11

Προσφυγή.


Οι τοποθετούμενοι δικαιούνται όπως, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών (3) ημερών από την επομένη της κοινοποίησης της διαταγής τοποθέτησης, υποβάλουν ιεραρχικά προσφυγή ενώπιον του αποφασίσαντος την τοποθέτηση οργάνου, με αίτημα την τροποποίηση αυτής. Η υποβολή προσφυγής έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα και η απόφαση του οργάνου κοινοποιείται με διαταγή του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΜΕΤΑΘΕΣΕΙΣ

Άρθρο 12

Τακτικές Μεταθέσεις.

1. Οι τακτικές μεταθέσεις γίνονται κατά το χρονικό διάστημα από την 10η Ιουνίου έως την 31 Αυγούστου, απαγορευομένων των μεταθέσεων σε άλλο χρόνο, έστω και αν οι μετατιθέμενοι δεν αντιτίθενται σ' αυτές, με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 14 και της παραγράφου 5 του άρθρου 18 του παρόντος. Οι μεταθέσεις των ανωτάτων Αξιωματικών, Αστυνομικών Διευθυντών και Υποδιευθυντών που ενεργούνται αμέσως μετά τις ετήσιες κρίσεις λογίζονται ως τακτικές για όσους μετατέθηκαν την περίοδο αυτή.

2. Οι τακτικές μεταθέσεις σε Υπηρεσίες που εδρεύουν στην ίδια περιοχή μετάθεσης γίνονται με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια, είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου, είτε με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας. Αίτηση για μετάθεση σε οποιαδήποτε Υπηρεσία άλλης περιοχής μετάθεσης λογίζεται ότι αφορά όλες τις Υπηρεσίες της περιοχής αυτής. Το αίτημα για συγκεκριμένη Υπηρεσία συνεκτιμάται από το αρμόδιο όργανο μαζί με τα λοιπά υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια. Ειδικά για την μετάθεση σε Υπηρεσία του αυτού τόπου λαμβάνονται υπόψη μόνο τα υπηρεσιακά κριτήρια.

3. Οι τακτικές μεταθέσεις των ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών, καθώς και των αστυνομικών των περιπτώσεων α' και β' του άρθρου 4 του παρόντος διατάγματος, γίνονται με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια, είτε με αίτηση του ενδιαφερομένου είτε με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου.

4. Δικαίωμα υποβολής αίτησης μετάθεσης για υπηρεσίες άλλης περιοχής μετάθεσης έχουν οι αστυνομικοί από το βαθμό του αστυφύλακα μέχρι του Αστυνόμου Β' που την 15η Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους συμπληρώνουν τρία (3) συνεχή έτη σε υπηρεσίες της ίδιας περιοχής μετάθεσης ή ένα (1) έτος σε Υπηρεσία δυσμενούς διαβίωσης, ενώ για Υπηρεσίες εντός της αυτής περιοχής μετάθεσης ή του αυτού τόπου, απαιτούνται δυο (2) έτη στον αυτό τόπο ή ένα (1) έτος σε Υπηρεσία δυσμενούς διαβίωσης. Για τους αστυνομικούς που επιθυμούν να υπηρετήσουν σε Υπηρεσίες δυσμενούς διαβίωσης, εντός της αυτής περιοχής μετάθεσης, αρκεί η συμπλήρωση ενός (1) έτους στον αυτό τόπο. Οι προαναφερόμενοι χρονικοί περιορισμοί δεν εφαρμόζονται για τους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς. Ο χρόνος φοίτησης στις Παραγωγικές Σχολές δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση του δικαιώματος υποβολής της αιτήσεως μετάθεσης. Όσοι συμπληρώνουν ένα χρόνο σε Υπηρεσία δυσμενούς διαβίωσης μετατίθενται υποχρεωτικά σε άλλη Υπηρεσία της προτίμησης τους εντός της ιδίας περιοχής μετάθεσης, εφόσον επιθυμούν και υπάρχει κενή οργανική θέση.

5. Οι τακτικές μεταθέσεις με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας ενεργούνται ως ακολούθως:

α. Για Υπηρεσίες άλλης περιοχής μετάθεσης:

(1) Δεν επιτρέπονται μεταθέσεις αστυνομικών μέχρι το βαθμό του Αστυνομικού Υποδιευθυντή χωρίς αίτηση του ενδιαφερομένου.

(2) Για τους Αστυνομικούς Διευθυντές και Ανώτατους Αξιωματικούς δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί.

β. Για Υπηρεσίες της ίδιας περιοχής μετάθεσης:

(1) Για αστυνομικούς μέχρι το βαθμό του Αστυνόμου Α' και Αστυνομικού Υποδιευθυντή απαιτείται να υπηρετούν στον αυτόν τόπο επί τρία (3) και δύο (2) συνεχόμενα έτη αντίστοιχα, στον κατεχόμενο ή στον προηγούμενο βαθμό, μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου του έτους μετάθεσης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19.

(2) Για τους Αστυνομικούς Διευθυντές και Ανώτατους Αξιωματικούς δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί.

γ. Για Υπηρεσίες του ίδιου τόπου δεν ισχύουν οι προαναφερόμενοι χρονικοί περιορισμοί. Επιτρέπεται μετάθεση αστυνομικού από και προς τις Υπηρεσίες του αυτού τόπου και στην περίπτωση που στις Υπηρεσίες αυτές υπηρετούν υπεράριθμοι ομοιόβαθμοί του, εφόσον ο αριθμός των υπεράριθμων στην Υπηρεσία που μετατίθεται είναι μικρότερος από αυτόν της Υπηρεσίας από όπου προέρχεται. Οι περιορισμοί της παρούσης παραγράφου δεν ισχύουν για τους αστυνομικούς που εμπίπτουν στην περίπτωση β' του άρθρου 4 του παρόντος διατάγματος.

6. Μετάθεση αστυνομικού, εφόσον έχει υποβληθεί σε ανάλογη εκπαίδευση από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και την Υποδιεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος, δεν επιτρέπεται προ της παρελεύσεως πενταετίας από την ημερομηνία ένταξης στη δύναμη τους, παρά μόνο ύστερα από αιτιολογημένη πρόταση του Διευθυντή της Υπηρεσίας του.

7. Για τους Προέδρους, τους Γενικούς Γραμματείς και τους αντιπροσώπους των Συνδικαλιστικών Ενώσεων, μέχρι του βαθμού του Αστυν. Υποδιευθυντή εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 30Α' του Ν. 1264/1982 (Α'/79), όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2265/1994 (Α'/209) και αντικαταστάθηκε με τη παράγραφο 4 του άρθρου 12 του Ν. 2713/1999 (Α'/89).

8. Οι αστυνομικοί που υπάγονται σε μία από τις περιπτώσεις α', β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, δύνανται να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης και όταν δεν έχουν προκηρυχθεί κενές, προς κάλυψη, θέσεις του βαθμού τους, για την περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους, ανεξάρτητα εάν έχουν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από την παρ. 4 του παρόντος άρθρου. Επί των αιτήσεων αυτών αποφαίνεται το αρμόδιο όργανο, βάσει κοινωνικών και υπηρεσιακών κριτηρίων.

Άρθρο 13

Συμβούλια μεταθέσεων.

1. Στις Αστυνομικές Διευθύνσεις και Διευθύνσεις των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης λειτουργεί Συμβούλιο Μεταθέσεων. Το Συμβούλιο αυτό είναι πενταμελές και αποτελείται από τον Διευθυντή και δύο (2) Αξιωματικούς της οικείας Δ/νσης, που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με απόφαση του αρμόδιου Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή, καθώς και έναν εκπρόσωπο της οικείας Ένωσης Αξιωματικών και έναν εκπρόσωπο της οικείας Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων, οι οποίοι εκλέγονται κατά τις διαδικασίες των αρχαιρεσιών των εν λόγω Ενώσεων.

2. Στις Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Αττικής και Θεσσαλονίκης λειτουργεί Συμβούλιο Μεταθέσεων. Το Συμβούλιο αυτό είναι πενταμελές και αποτελείται από τον Διευθυντή και δύο (2) ανώτερους αξιωματικούς της οικείας Γενικής Αστυνομικής Δ/νσης, που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με απόφαση του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και έναν εκπρόσωπο της οικείας Ένωσης Αξιωματικών και έναν εκπρόσωπο της οικείας Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων, οι οποίοι εκλέγονται κατά τις διαδικασίες των αρχαιρεσιών των εν λόγω Ενώσεων.

3. Στο Αρχηγείο Ελληνικής Αστυνομίας λειτουργούν τα παρακάτω Συμβούλια Μεταθέσεων:

α. Το Κατώτερο Συμβούλιο Μεταθέσεων, το οποίο είναι πενταμελές και αποτελείται από τον Προϊστάμενο Κλάδου Διοικητικού, τον Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομικού Προσωπικού, έναν ανώτατο Αξιωματικό που ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με απόφαση του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αξιωματικών Αστυνομίας (Π.Ο.ΑΞΙ.Α.) και έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων (Π.Ο.ΑΣ.Υ.), οι οποίοι εκλέγονται κατά τις διαδικασίες των αρχαιρεσιών των εν λόγω Ομοσπονδιών.

β. Το Ανώτερο Συμβούλιο Μεταθέσεων, το οποίο είναι πενταμελές και αποτελείται από τον Υπαρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, δυο Αντιστράτηγους Αστυνομίας που ορίζονται με αναπληρωτές δύο (2) Υποστρατήγους Αστυνομίας με απόφαση του Αρχηγού, καθώς και έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αξιωματικών Αστυνομίας (Π.Ο.ΑΞΙ.Α.) και έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων (Π.Ο.ΑΣ.Υ.), οι οποίοι εκλέγονται κατά τις διαδικασίες των αρχαιρεσιών των εν λόγω Ομοσπονδιών.

γ. Το Ανώτατο Συμβούλιο Μεταθέσεων, το οποίο είναι τριμελές και αποτελείται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, τον Υπαρχηγό και έναν (1) Αντιστράτηγο της Ελληνικής Αστυνομίας, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. Με την ίδια απόφαση ορίζεται και ένας Αντιστράτηγος της Ελληνικής Αστυνομίας ως αναπληρωματικό μέλος. Κατά την εξέταση των προσφυγών μπορεί να παρίστανται με δικαίωμα λόγου και χωρίς δικαίωμα ψήφου και οι Πρόεδροι της Π.Ο.ΑΞΙ.Α. και Π.Ο.ΑΣ.Υ. ή οι νόμιμοι αναπληρωτές τους.

4. Χρέη Προέδρου των Συμβουλίων Μεταθέσεων εκτελεί ο ανώτερος ή αρχαιότερος αξιωματικός.

5. Τα Συμβούλια Μεταθέσεων βρίσκονται σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον τρία (3) μέλη τους και μπορούν να λειτουργήσουν, όχι όμως πέρα από ένα τρίμηνο, αν κάποια από τα μέλη τους εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιαδήποτε λόγο ή απολέσουν την ιδιότητα, βάσει της οποίας ορίσθηκαν, εφόσον κατά τις συνεδριάσεις τους τα λοιπά μέλη επαρκούν, ώστε να υπάρχει απαρτία. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

6. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος άρθρου, οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών φορέων προτείνονται από τα Διοικητικά Συμβούλια των αντίστοιχων Ενώσεων ή Ομοσπονδιών και μετέχουν μέχρι τη λήξη της θητείας τους.

Άρθρο 14

Μεταθέσεις Ανθυπαστυνόμων, Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων.

1. Οι μεταθέσεις των Ανθυπαστυνόμων, Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων αποφασίζονται:

α. Από το Συμβούλιο Μεταθέσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης και Δ/νσης των Γ.Α.Δ. Αττικής ή Θεσσαλονίκης, για μετάθεση σε Υπηρεσίες της δικαιοδοσίας της, εντός της αυτής περιοχής μετάθεσης.

β. Από τα Συμβούλια Μεταθέσεων της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής και Θεσσαλονίκης για μετάθεση από και προς τις Διευθύνσεις της δικαιοδοσίας της.

γ. Από το Κατώτερο Συμβούλιο Μεταθέσεων για μετάθεση από μία περιοχή μετάθεσης σε άλλη και μόνο σε επίπεδο Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής ή Θεσσαλονίκης ή Αστυνομικής Διεύθυνσης, καθώς και για μετάθεση από και προς τις Κεντρικές Υπηρεσίες του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, τις αυτοτελείς Κεντρικές Υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες των Σχολών της Αστυνομικής Ακαδημίας, την Υποδιεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος και τις Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Περιφέρειας.

2. Κατ' εξαίρεση μεταθέσεις ανθυπαστυνόμων, αρχιφυλάκων και αστυφυλάκων από και προς Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης, μπορεί να διατάσσονται κατά το μήνα Αύγουστο και από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας.

3. Οι μεταθέσεις των εδαφίων α' και β' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου γίνονται με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια και αποφασίζονται το δεύτερο 15νθήμερο Ιουλίου, με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν κενές θέσεις που, κατά την κρίση του αρμοδίου οργάνου, πρέπει να πληρωθούν. Η χορήγηση των Φύλλων Πορείας πραγματοποιείται μέχρι την 31η Αυγούστου. Αιτήσεις υποβάλλονται στις αρμόδιες Διευθύνσεις, το δεύτερο 10ήμερο του μηνός Ιουνίου κάθε έτους.

4. Για τις τακτικές μεταθέσεις του εδαφίου γ' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ακολουθείται η εξής διαδικασία:

α. Το πρώτο 15νθήμερο του μηνός Ιανουαρίου κάθε έτους το αρμόδιο Συμβούλιο Μεταθέσεων, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης και Αστυνομική Διεύθυνση ή άλλη αυτοτελή Υπηρεσία που εδρεύει στη περιφέρεια τους αλλά δεν υπάγεται σ' αυτές, των κενών κατά βαθμό οργανικών θέσεων που πρέπει να πληρωθούν κατά τις ετήσιες τακτικές μεταθέσεις.

β. Οι ανωτέρω πίνακες κοινοποιούνται στις Υπηρεσίες το αργότερο μέχρι τέλους Ιανουαρίου και λαμβάνουν γνώση ενυπογράφως όλοι οι αστυνομικοί των ανωτέρω βαθμών. Οι επιθυμούντες μετάθεση για τις θέσεις αυτές υποβάλλουν εντός του πρώτου 20ημέρου του μηνός Φεβρουαρίου αιτήσεις για Υπηρεσίες δύο (2) περιοχών μετάθεσης, κατ' ανώτατο όριο. Κατά τον ίδιο χρόνο υποβάλλονται και οι αιτήσεις για Υπηρεσίες της ιδίας περιοχής μετάθεσης, αρμοδιότητας του κατωτέρου Συμβουλίου μεταθέσεων. Οι αιτήσεις περιέρχονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού / Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας το αργότερο μέχρι τέλους Φεβρουαρίου.

γ. Το Συμβούλιο Μεταθέσεων συνέρχεται σε συνεδρίαση το τρίτο 10ήμερο Μαΐου και με πρακτικό του αποφασίζει τις μεταθέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. Το αργότερο μέχρι την 10η Ιουνίου οι αποφασισθείσες μεταθέσεις κοινοποιούνται με διαταγή του Προϊστάμενου Κλάδου Διοικητικού.

δ. Οι μετατιθέμενοι στις Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Αττικής ή Θεσσαλονίκης, κατανέμονται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων στις Διευθύνσεις της δικαιοδοσίας τους. Οι τοποθετήσεις σε επιμέρους Υπηρεσίες των Διευθύνσεων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων, των Αστυνομικών Διευθύνσεων και των ισότιμων Υπηρεσιών, γίνονται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων, με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια και η χορήγηση των Φύλλων Πορείας πραγματοποιείται σταδιακά μέχρι την 31η Αυγούστου.

ε. Το Α' δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους το αρμόδιο Συμβούλιο Μεταθέσεων, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες κατά Αστυνομική Διεύθυνση ή άλλη εξομοιούμενη μ' αυτή Υπηρεσία κενών οργανικών θέσεων σε Αστυφύλακες που πρέπει να πληρωθούν κατά το Γ δεκαήμερο του μηνός Οκτωβρίου. Οι θέσεις αυτές θα καλύπτονται σε ποσοστό 80% από Αστυφύλακες που ζητούσαν μετάθεση για τις Υπηρεσίες αυτές και μνημονεύονται στους πίνακες των τακτικών μεταθέσεων και σε ποσοστό 20% από νεοεξερχομένους της οικείας Σχολής Αστυφύλακες. Σε περίπτωση που οι ως άνω θέσεις δεν καλύπτονται από τις εκκρεμείς αιτήσεις του πίνακα τακτικών μεταθέσεων, καλύπτονται με τοποθετήσεις νεοεξερχομένων Αστυφυλάκων.

Άρθρο 15

Μεταθέσεις νεοπροαχθέντων Αρχιφυλάκων.

1. Οι προαγόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1995 (Α 111) στο βαθμό του Αρχιφύλακα γενικών καθηκόντων παραμένουν στις Υπηρεσίες τους μέχρι την περίοδο των τακτικών μεταθέσεων, οπότε μετατίθενται σύμφωνα με τη διαδικασία των επομένων παραγράφων.

2. Το πρώτο 10ήμερο του μηνός Ιουλίου με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας καθορίζονται οι κενές οργανικές θέσεις, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης, Αστυνομική Διεύθυνση και Διεύθυνση Αστυνομικών Επιχειρήσεων, που πρέπει να καλυφθούν από τους νεοπραχθέντες Αρχιφύλακες. Κατά το δεύτερο 10ήμερο Ιουλίου οι Αρχιφύλακες αυτοί καλούνται να υποβάλλουν υποχρεωτικά δήλωση προτίμησης όλων των ανωτέρω Υπηρεσιών, μετατίθενται δε σ' αυτές με βάση τη σειρά προτεραιότητας του άρθρου 3 του παρόντος και τη σειρά προτίμησης. Δεν επιτρέπεται να καθορισθούν θέσεις προς πλήρωση σε Υπηρεσίες για τις οποίες δεν είχαν καθορισθεί θέσεις προς κάλυψη κατά τις τακτικές μεταθέσεις του ιδίου έτους. Οι μεταθέσεις κοινοποιούνται με διαταγή του Προϊσταμένου Κλάδου Διοικητικού μέχρι τέλους Ιουλίου. Οι μετατιθέμενοι στις Γ.Α.Δ. Αττικής ή Θεσσαλονίκης κατανέμονται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων στις Διευθύνσεις δικαιοδοσίας τους. Η περαιτέρω τοποθέτηση στις επιμέρους Υπηρεσίες των Διευθύνσεων γίνεται από το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων με υπηρεσιακά και κοινωνικά κριτήρια και η χορήγηση του Φύλλου Πορείας πραγματοποιείται μέχρι την 31η Αυγούστου. Για τη παρούσα μετάθεση λαμβάνονται υπόψη τα μόρια που συγκεντρώνονται με βάση τα κριτήρια των εδαφίων β' και γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, καθώς και τα μόρια με βάση τη σειρά επιτυχίας κατά τις προαγωγικές εξετάσεις, ως εξής: (1) Από 1-10% των επιτυχόντων 10 μόρια. (2) Από 11 - 20% » 9 μόρια. (3) Από 21 - 30% » 8 μόρια. (4) Από 31- 40% » 7 μόρια. (5) Από 41 - 50% » 6 μόρια. (6) Από 51 - 60% » 5 μόρια. (7) Από 61 - 70% » 4 μόρια. (8) Από 71 - 80% » 3 μόρια. (9) Από 81 - 90% » 2 μόρια. (10) Από 91 -100% » 1 μόριο. Για τον ίδιο λόγο οι νεοπροαγόμενοι Αρχιφύλακες πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης λαμβάνουν ένα (1) μόριο.

3. Οι νεοπροαγόμενοι Αρχιφύλακες που ασκούν καθήκοντα πυροτεχνουργών, δακτυλοσκόπων, εξερευνητών, φωτογράφων, γραφολόγων, οπλουργών, συνοδών σκύλων και εκγυμναστών αυτών, μουσικών, τεχνιτών οχημάτων και τηλεπικοινωνιών, ιπταμένων (χειριστών - τεχνιτών) ελικοπτέρων, τυπογράφων, εκγυμναστών οδηγών και προγραμματιστών - αναλυτών - χειριστών μηχανών εισαγωγής στοιχείων και χειριστών του κεντρικού συστήματος Η/Υ της Δ/νσης Πληροφορικής του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας και των συνδεδεμένων με αυτό περιφερειακών συστημάτων Η/Υ των σημείων εισόδου- εξόδου από τη Χώρα, επικεφαλής χειριστών περιφερειακών συστημάτων (ΤΟΡ USERS), καθώς και οι υπηρετούντες στην Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (Ε.Κ.Α.Μ.), στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας (Δ.Α.Ε.Ε.Β.), στη Διεύθυνση Ασφάλειας Ολυμπιακών Αγώνων (Δ.Α.Ο.Α.), στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων και στις Υπηρεσίες των εδαφίων γ' και δ' του άρθρου 4 του παρόντος, παραμένουν στις Υπηρεσίες τους, εφόσον υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις και σχετική πρόταση των Υπηρεσιών τους. Επίσης παραμένουν στην ίδια περιοχή μετάθεσης, ανεξαρτήτως ύπαρξης κενών οργανικών θέσεων, όσοι εμπίπτουν στις περιπτώσεις του εδαφίου ιδ' παρ. 1 άρθρου 17 του παρόντος διατάγματος, καθώς και εκείνοι που μετατέθηκαν κατά την τελευταία πενταετία με αντικειμενικά κριτήρια στον τόπο συμφερόντων τους, υπό την προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο διεξαγωγής των προαγωγικών εξετάσεων ήσαν έγγαμοι.

4. Όσοι νεοπροαγόμενοι Αρχιφύλακες μετατίθενται στις Αστυνομικές Διευθύνσεις Ορεστιάδας, Αλεξανδρούπολης, Ροδόπης, Ξάνθης, Γρεβενών, Κοζάνης, Καστοριάς, Φλώρινας, Κέρκυρας, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Κυκλάδων, Δωδεκανήσου, Σάμου, Χίου και Λέσβου, δικαιούνται, κατ' εξαίρεση των προβλεπομένων στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 12 του παρόντος, να υποβάλλουν αίτημα μετάθεσης για Υπηρεσίες άλλης περιοχής μετάθεσης, εφόσον μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, συμπληρώνουν ένα (1) συνεχές έτος στις Υπηρεσίες αυτές.


Άρθρο 16

Μεταθέσεις αξιωματικών.

1. Τις μεταθέσεις των Αστυνομικών Υποδιευθυντών, των Αστυνόμων Α', των Αστυνόμων Β', των Υπαστυνόμων Α' και των Υπαστυνόμων Β' αποφασίζει το Ανώτερο Συμβούλιο Μεταθέσεων, ενώ τις μεταθέσεις των Αστυνομικών Διευθυντών αποφασίζει το Ανώτατο Συμβούλιο Μεταθέσεων. Οι μεταθέσεις των Ανώτατων Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας αποφασίζονται από τον Αρχηγό.

2. Οι μεταθέσεις των Αστυνόμων Β', των Υπαστυνόμων Α' και των Υπαστυνόμων Β' ενεργούνται ως ακολούθως:

α. Εντός 10ημέρου από την κύρωση των πινάκων ετήσιων κρίσεων των Υπαστυνόμων Β', το αρμόδιο Συμβούλιο Μεταθέσεων, εκτιμώντας τις υπηρεσιακές ανάγκες, καταρτίζει αριθμητικούς πίνακες, κατά Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής και Θεσσαλονίκης, Αστυνομική Διεύθυνση και άλλη αυτοτελή Υπηρεσία που εδρεύει στη περιφέρεια τους αλλά δεν υπάγεται σ' αυτές, των κενών κατά βαθμό οργανικών θέσεων που πρέπει να πληρωθούν κατά τις ετήσιες τακτικές μεταθέσεις.

β. Οι ανωτέρω πίνακες κοινοποιούνται αμέσως στις Υπηρεσίες και λαμβάνουν γνώση ενυπογράφως όλοι οι αξιωματικοί του παρόντος άρθρου. Οι επιθυμούντες μετάθεση για τις θέσεις αυτές υποβάλλουν εντός 10ημέρου αιτήσεις για Υπηρεσίες δύο (2) περιοχών μετάθεσης, κατ' ανώτατο όριο. Κατ' εξαίρεση, οι Υπαστυνόμοι Α' δύνανται να υποβάλλουν αιτήσεις και για προκηρυχθείσες θέσεις Αστυνόμων Β'. Οι ως άνω αιτήσεις εξετάζονται μόνο στην περίπτωση που οι θέσεις αυτές δεν καλύπτονται από αξιωματικούς του προβλεπόμενου βαθμού. Κατά τον ίδιο χρόνο υποβάλλονται και οι αιτήσεις για Υπηρεσίες της ιδίας περιοχής μετάθεσης. Οι αιτήσεις περιέρχονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού εντός πενθημέρου από την εκπνοή της προθεσμίας υποβολής τους.

γ. Το Συμβούλιο Μεταθέσεων συνέρχεται σε συνεδρίαση και με πρακτικό του αποφασίζει τις μεταθέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος. Οι μεταθέσεις κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους το αργότερο μέχρι την 30η Ιουνίου με διαταγή του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας και η χορήγηση των Φύλλων Πορείας πραγματοποιείται μέχρι την 31η Αυγούστου.

3. Οι ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί δικαιούνται να υποβάλουν αιτήσεις μετάθεσης το μήνα Ιανουάριο κάθε έτους. Οι αιτήσεις αυτές περιέρχονται στη Διεύθυνση Αστυνομικού Προσωπικού το αργότερο μέχρι την 15η Φεβρουαρίου. Ειδικότερα, οι νεοπροαγόμενοι Αστυνόμοι Α' δύνανται να υποβάλουν αίτηση μετάθεσης εντός 10ημέρου από την ανακοίνωση της προαγωγής τους.

4. Οι μεταθέσεις των ανώτερων αξιωματικών κοινοποιούνται με διαταγή του Υπαρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας.


Άρθρο 17

Έκτακτες μεταθέσεις.

1. Έκτακτες μεταθέσεις του αστυνομικού προσωπικού μπορεί να ενεργούνται οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από τον αριθμό των μορίων και το χρόνο παραμονής του μετατιθέμενου στην ίδια περιοχή μετάθεσης στις παρακάτω περιοριστικά αναφερόμενες, περιπτώσεις:

α. Σε περίπτωση διάπραξης ποινικού αδικήματος ή σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος, το οποίο δημιουργεί γενικότερο πρόβλημα πειθαρχίας ή ηθικής τάξεως στην Υπηρεσία που υπηρετεί, μετά από πρόταση του αρμοδίου πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία στο σχετικό πρακτικό για την αναγκαιότητα ή μη της μετάθεσης του κρινόμενου αστυνομικού.

β. Όταν υποβαθμίζεται ή καταργείται Υπηρεσία ή ιδρύεται νέα. Στην τελευταία περίπτωση και εφόσον στη νέα Υπηρεσία μετατίθεται προσωπικό από άλλη περιοχή μετάθεσης, αυτό προέρχεται από τους οικείους πίνακες τακτικών μεταθέσεων κατά σειρά προτεραιότητας. Σε περίπτωση που οι θέσεις δεν καλύπτονται από τους παραπάνω πίνακες καλούνται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν σχετική αίτηση, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά αναλόγως των διατάξεων των άρθρων 14, 15 και 16 του παρόντος διατάγματος.

γ. Για σοβαρό συμβάν, που αφορά τον ίδιο ή μέλος της οικογενείας του αστυνομικού και ιδίως σοβαρή απειλή κατά της ζωής τους ή εμπλοκή τους σε ατύχημα που προκάλεσε το θάνατο ή το σοβαρό τραυματισμό ατόμου, που αντικειμενικά δημιουργεί πρόβλημα περαιτέρω παραμονής του στον τόπο όπου υπηρετεί, ύστερα από αίτηση του και με τη σύμφωνη γνώμη του οικείου Αστυνομικού Διευθυντή ή Διευθυντή ισότιμης Υπηρεσίας.

δ. Σε περίπτωση θανάτου συζύγου ή τέκνου ή πάθησης από δυσίατο νόσημα, όπως μεσογειακή αναιμία που χρήζει μεταγγίσεων αίματος, λευχαιμία, αιμορροφιλία, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια σε στάδιο αιμοκάθαρσης, AIDS, σκλήρυνση κατά πλάκας τετραπληγικής ή παραπληγικής μορφής, καρκίνο και νόσο GROHN, του αστυνομικού ή μέλους της ιδίας οικογενείας του και ύστερα από αίτηση του.

ε. Σε περίπτωση προαγωγής του αστυνομικού σε ανώτερο ή ανώτατο βαθμό, για τον οποίο δεν υπάρχει κενή οργανική θέση στην Υπηρεσία που υπηρετεί.

στ. Λόγω εντοπιότητας, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή η μετάθεση διατάσσεται μόνο για Υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης.

ζ. Σε περίπτωση εισαγωγής του αστυνομικού προς φοίτηση στη Σχολή Αξιωματικών ή στο Τ.Ε.Μ.Α.

η. Σε περίπτωση παραπομπής σε δίκη για αδίκημα εκ των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Ν. 2713/1999 (Α'/89), με αμετάκλητο δικαστικό βούλευμα ή καταδίκης έστω και με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου για τα ίδια αδικήματα.

θ. Λόγω δυσμενούς κρίσεως του αστυνομικού και ύστερα από αίτηση του, εφόσον η κρίση στηρίζεται σε έκθεση αξιολόγησης του προϊσταμένου της Υπηρεσίας που υπηρετεί.

ι. Για μεταθέσεις από και προς τις αναφερόμενες στις περιπτώσεις γ' και δ' του άρθρου 4 του παρόντος Υπηρεσίες. Οι μετατιθέμενοι από τις Υπηρεσίες αυτές τοποθετούνται σε Υπηρεσίες της περιοχής μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής.

ια. Ύστερα από αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι υπηρετούν σε Υπηρεσίες της αυτής περιοχής μετάθεσης. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υποβολή αίτησης αμοιβαίας μετάθεσης για τους αστυνομικούς μέχρι το βαθμό του Αστυνόμου Β', εφόσον οι υπηρεσίες που υπηρετούν οι ενδιαφερόμενοι ανήκουν σε περιοχές μετάθεσης, για τις οποίες οι προκηρυχθείσες κενές θέσεις δεν καλύφθηκαν ή οι Υπηρεσίες, στις οποίες ζητούν να μετατεθούν, ανήκουν στην περιοχή μετάθεσης του τόπου συμφερόντων τους και οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν συμπληρώσει 20 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας. Νέα αίτηση αμοιβαίας μετάθεσης δεν γίνεται δεκτή πριν τη παρέλευση έτους από την πραγματοποίηση της προηγούμενης.

ιβ. Για την κάλυψη κενής θέσης διοικούντος αξιωματικού που δημιουργείται μετά την λήξη της περιόδου των τακτικών μεταθέσεων. Στην περίπτωση αυτή η θέση καλύπτεται με αξιωματικό από την ίδια περιοχή μετάθεσης και σε περίπτωση αδυναμίας με αξιωματικό από αυτούς που είχαν υποβάλλει αίτηση μετάθεσης κατά τις τελευταίες τακτικές μεταθέσεις για τη συγκεκριμένη περιοχή.

ιγ. Όταν αποφασισθεί απόσπαση του αστυνομικού σε Ελληνική Υπηρεσία ή σε Διεθνή Οργανισμό στο εξωτερικό ο αστυνομικός μετατίθεται στη Διεύθυνση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας και όταν λήξει η απόσπαση του επιστρέφει σε Υπηρεσία της περιοχής μετάθεσης, όπου υπηρετούσε πριν από την ανωτέρω μετάθεση του.

ιδ. Για λόγους συνυπηρέτησης με σύζυγο δικαστικό λειτουργό, συνοριακό φύλακα ή ειδικό φρουρό ή στρατιωτικό ή αστυνομικό ή λιμενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο. Στις τέσσερις τελευταίες περιπτώσεις, ο κατά βαθμό κατώτερος ακολουθεί τον ανώτερο.

ιε. Όταν πρόκειται για μεταθέσεις αστυφυλάκων, αρχιφυλάκων και Ανθυπαστυνόμων προς τις Υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την εκτέλεση των αποφάσεων απόλυσης - αποστρατείας τους, προκειμένου να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 16 του Π.Δ. 161/ 1988(Α'/74).

ιστ. Για ανάθεση καθηκόντων ασφαλείας Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών, Υφυπουργών ή Γενικών Γραμματέων Υπουργείων. Στην περίπτωση αυτή οι αστυνομικοί μετατίθενται στην Υποδιεύθυνση Προστασίας Επισήμων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής ή στην Υποδιεύθυνση Κρατικής Ασφάλειας της Δ/νσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων και στη συνέχεια αποσπώνται στο αντίστοιχο Υπουργείο. Μετά τη λήξη της απόσπασης τους επιστρέφουν στην Υπηρεσία από την οποία μετατέθηκαν. Αν για υπηρεσιακούς λόγους δεν δύνανται να επιστρέψουν σ' αυτήν μετατίθενται σε άλλη Υπηρεσία της ίδιας περιοχής μετάθεσης.

ιζ. Εφόσον πρόκειται για ανώτατους αξιωματικούς ή αστυνομικούς διευθυντές, για λόγους υγείας, πειθαρχίας, υπηρεσιακής επάρκειας ή για κάλυψη σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών.

ιη. Σε περίπτωση κατά την οποία οι αστυνομικοί πρέπει να εκτελέσουν καθήκοντα Πυροτεχνουργών ή Συνοδών Αστυνομικών Σκύλων.

ιθ. Όταν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της περίπτωσης ιγ' του άρθρου 5 του Π.Δ. 36/1997 (Α'/36).

κ. Αμέσως μετά τη λήξη της προβλεπόμενης από το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 2713/1999 θητείας του με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 5 του άρθρου 4 του ιδίου νόμου. κα. Σε περίπτωση έκτακτης στεγαστικής ανάγκης, εξαιτίας ακαταλληλότητας προς κατοίκηση ιδιόκτητης οικίας, λόγω σεισμού ή άλλης θεομηνίας.

2. Οι έκτακτες μεταθέσεις ενεργούνται κατά την κρίση των αρμοδίων για τις τακτικές μεταθέσεις οργάνων, τα οποία στις περιπτώσεις δ' και ιδ' της προηγουμένης παραγράφου δύνανται να ενεργούν τη μετάθεση και σε υπηρεσίες που δεν υπάρχει κενή θέση του βαθμού του μετατιθέμενου.


Άρθρο 18

Προσφυγή.

1. Η διαταγή μετάθεσης κοινοποιείται στον ενδιαφερόμενο αμέσως με αποδεικτικό. Κάθε μετατιθέμενος δικαιούται όπως εντός ανατρεπτικής προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την επομένη της κοινοποίησης υποβάλει ιεραρχικά αίτηση ακύρωσης ή τροποποίησης ή αναστολής της διαταχθείσας μετάθεσης. Νέα αίτηση είναι απαράδεκτη.

2. Η υποβολή αίτησης έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, μέχρις ότου κοινοποιηθεί στον αιτούντα η απάντηση επί του αιτήματος του.

3. Επί των αιτημάτων αναστολής, ακύρωσης ή τροποποίησης αποφασίζει το όργανο που εξέδωσε την απόφαση το αργότερο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την ημερομηνία που θα περιέλθει η αίτηση σ' αυτό.

4. Σε περίπτωση χορήγησης αναστολής διαταχθείσας μετάθεσης, η αναστολή δεν δύναται να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες από την ημερομηνία έκδοσης της διαταγής αναστολής, χωρίς να δύναται να παραταθεί.

5. Σε περίπτωση ακύρωσης ή τροποποίησης διαταχθεισών μεταθέσεων αξιωματικών, το συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει και νέες μεταθέσεις προς κάλυψη των δημιουργούμενων κενών θέσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΑΠΟΣΠΑΣΕΙΣ - ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ

Άρθρο 19

Αποσπάσεις.

1. Οι αποσπάσεις διακρίνονται σε αυτές που ενεργούνται εντός Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας και σε εκείνες που γίνονται σε Υπηρεσίες εκτός αυτής.

2. Αποσπάσεις σε Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας επιτρέπονται στις εξής περιπτώσεις:

α. Για την κάλυψη κενής οργανικής θέσης Αστυνόμου Α' ή Αστυνομικού Υποδιευθυντή για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) έτη και εφόσον αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με μετάθεση αξιωματικού της ίδιας περιοχής μετάθεσης. Απόσπαση πέραν των δύο (2) ετών του ιδίου αξιωματικού και για τον ίδιο λόγο δεν επιτρέπεται σε καμιά περίπτωση.

β. Για την αναπλήρωση κωλυομένου βαθμοφόρου που διοικεί αυτοτελή Υπηρεσία και μέχρι τρεις (3) μήνες, με δυνατότητα παράτασης μέχρι ένα (1) ακόμη μήνα.

γ. Για την ενίσχυση Υπηρεσίας προς αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών, μέχρι τρεις (3) μήνες, με δυνατότητα παράτασης μέχρι τρεις (3) ακόμη μήνες, εφόσον συναινεί σ' αυτή ο αποσπασμένος.

δ. Για την συγκρότηση ειδικής ομάδας δίωξης εγκλημάτων τοπικού ενδιαφέροντος (μεταβατικό απόσπασμα) καθώς και τη στελέχωση των Ομάδων Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας (Ο.Π.Κ.Ε) μέχρι έξι (6) μήνες, με δυνατότητα παράτασης για άλλους έξι (6) μήνες, εφόσον συναινεί σε αυτήν ο απεσπασμένος.

ε. Για την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 57 του Ν. 1943/1991 (Α'/50). Καθ' όλη τη διάρκεια της απόσπασης τους λογίζεται ότι υπηρετούν στον τόπο συμφερόντων τους και ο χρόνος αυτός δεν θεμελιώνει δικαίωμα αίτησης μετάθεσης.

στ. Για εκπαίδευση αστυνομικού και για όσο αυτή διαρκεί.

ζ. Για σοβαρούς λόγους πειθαρχίας, όταν ενεργείται Ένορκη Διοικητική Εξέταση, εντός των ορίων δικαιοδοσίας της Γενικής Αστυνομικής Δ/νσης, που υπηρετεί και μέχρι τη λήψη της οριστικής απόφασης από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα.

η. Με αίτηση του αστυνομικού, για σοβαρούς λόγους υγείας του ιδίου και για θάνατο ή σοβαρούς λόγους υγείας μέλους της οικογενείας του και μέχρι δύο (2) μήνες, με δυνατότητα παράτασης για δύο (2) μήνες ακόμη εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους. Ο θάνατος και οι σοβαροί λόγοι υγείας δύναται να αφορούν και τους γονείς του ιδίου ή της συζύγου του. Στην περίπτωση αυτή προσκομίζονται έγγραφα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η φροντίδα των ασθενών από άλλα μέλη οικογενείας τους.

θ. Για τη διευκόλυνση των καθηκόντων του Προέδρου και του Γραμματέα των Δευτεροβαθμίων Συνδικαλιστικών Οργανώσεων, ύστερα από αίτηση τους, εφόσον υπηρετούν σε Υπηρεσία που εδρεύει εκτός της περιοχής μετάθεσης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής. Στην περίπτωση αυτή οι ανωτέρω αποσπώνται στη Διεύθυνση Εσωτερικών Λειτουργιών του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, για όσο χρόνο διαρκεί η θητεία τους.

ι. Για ανάθεση καθηκόντων ασφαλείας βουλευτών και λοιπών δικαιουμένων προσώπων, εκτός των αναφερομένων στο εδάφιο ιστ' της παρ. 1 του άρθρου 17 του παρόντος. Οι αστυνομικοί στην περίπτωση αυτή αποσπώνται στις Διευθύνσεις Ασφαλείας Αττικής και Θεσσαλονίκης και μετά την αποδέσμευση τους από τα συγκεκριμένα καθήκοντα επιστρέφουν στις Υπηρεσίες που ανήκουν οργανικά, πλην των προερχομένων από την Ε.Κ.Α.Μ., οι οποίοι τοποθετούνται σε άλλες Υπηρεσίες της ίδιας περιοχής μετάθεσης. Για το χρόνο που είναι αποσπασμένοι στη δύναμη των προαναφερομένων Υπηρεσιών, τα μόρια που λαμβάνουν, κατ' εφαρμογή της παρ. 2 εδάφ. α' του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος, υπολογίζονται με βάση την απόσταση του τόπου όπου εδρεύει η Υπηρεσία στην οποία έχουν αποσπασθεί από τον τόπο συμφερόντων τους, εφόσον το χρονικό διάστημα απόσπασης τους υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες.

ια. Για ανάθεση καθηκόντων φρούρησης της πρωθυπουργικής κατοικίας και του Μεγάρου Μαξίμου. Στην περίπτωση αυτή οι αστυνομικοί αποσπώνται στη Διεύθυνση Αστυνομικών Επιχειρήσεων Αττικής. Σε ό,τι αφορά τα λαμβανόμενα μόρια, λόγω αποστάσεως από τον τόπο συμφερόντων, ισχύουν τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο.

ιβ. Για την κάλυψη των εκπαιδευτικών, υγειονομικών και λοιπών αναγκών των Τμημάτων Δοκίμων Αστυφυλάκων, καθόλη τη διάρκεια του εκπαιδευτικού έτους.

ιγ. Σε περίπτωση σπουδών του αστυνομικού σε Σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την απόκτηση πρώτου πτυχίου. Η αίτηση απόσπασης ή ανανέωσης αυτής υποβάλλεται το πρώτο 15νθήμερο του μηνός Οκτωβρίου εκάστου έτους, για την περιοχή μετάθεσης, όπου εδρεύει η Σχολή και διαρκεί μέχρι 31 Οκτωβρίου του επόμενου έτους. Η απόσπαση αυτή ανανεώνεται για όσα χρόνια προβλέπεται φοίτηση στη Σχολή, συν δύο (2) έτη, εφόσον ο αστυνομικός προσκομίζει βεβαίωση της οικείας Σχολής από την οποία να προκύπτει ότι έλαβε προαγωγικό βαθμό σε ποσοστό τουλάχιστον 40% των μαθημάτων και των δύο εξαμήνων, στα οποία προστίθενται και τα τυχόν μεταφερόμενα από προηγούμενα εξάμηνα. Ο αστυνομικός στην περίπτωση αυτή λογίζεται, ότι υπηρετεί καθ όλη τη διάρκεια της απόσπασης του στον τόπο συμφερόντων του. Ο χρόνος απόσπασης του δεν προσμετρείται για τη θεμελίωση του δικαιώματος υποβολής αίτησης μετάθεσης.

ιδ. Σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης για αδίκημα εκ των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Ν. 2713/1999 (Α'/89), σε οποιαδήποτε Υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και μέχρι την έκδοση αμετάκλητου απαλλακτικού ή παραπεμπτικού δικαστικού βουλεύματος ή οριστικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου.

3. Οι αποσπάσεις αποφασίζονται:

α. Για τους ανωτάτους αξιωματικούς, τους Αστυνομικούς Διευθυντές και Αστυνομικούς Υποδιευθυντές, καθώς και τους λοιπούς αστυνομικούς, όταν οι τελευταίοι αποσπώνται εκτός των ορίων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων, από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, ενώ, όταν αποσπώνται εντός των ορίων των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων, των Αστυνομικών Διευθύνσεων ή ισότιμων Υπηρεσιών από τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές ή Αστυνομικούς Διευθυντές κατά περίπτωση. Κατ' εξαίρεση, η απόσπαση Αστυνόμου Α' ή Αστυνομικού Υποδιευθυντή κατ' εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου α' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου αποφασίζεται από το αρμόδιο για τις μεταθέσεις Συμβούλιο. Επίσης, όταν διατάσσεται απόσπαση αστυνομικού εντός των ορίων της Αστυνομικής Διεύθυνσης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου γ' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, για υπηρεσία στην οποία δεν υφίσταται κενή οργανική θέση του βαθμού του, εκδίδεται αιτιολογημένη απόφαση του Αστυνομικού Διευθυντή, η οποία εγκρίνεται από τον οικείο Γενικό Αστυνομικό Διευθυντή.

β. Για το αστυνομικό προσωπικό της Αστυνομικής Ακαδημίας μέχρι του βαθμού του Αστυνόμου Α', από τον Διευθυντή της Αστυνομικής Ακαδημίας όταν οι αποσπάσεις γίνονται μεταξύ των Υπηρεσιών δικαιοδοσίας του, καθώς και των Αστυνομικών - Αθλητών Υπηρεσίας Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού στο Ανώτατο Συμβούλιο Αθλητισμού Ενόπλων Δυνάμεων.

4. Οι αποσπάσεις του εδαφίου α' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου διατάσσονται μόνο κατά την περίοδο των τακτικών μεταθέσεων των αντίστοιχων βαθμών και εφόσον ο αξιωματικός έχει συμπληρώσει μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου του έτους απόσπασης στο βαθμό του Αστυνόμου Α' ή Αστυνομικού Υποδιευθυντή τρία (3) ή δύο (2) συνεχόμενα έτη, αντίστοιχα, στον κατεχόμενο ή στον προηγούμενο βαθμό. Η θέση, από την οποία αποσπάται ο μετακινούμενος αξιωματικός, θεωρείται κενή. Μετά τη λήξη της απόσπασης και την επάνοδο του στην Υπηρεσία, στην οργανική δύναμη της οποίας ανήκει, μπορεί να παραμείνει σ' αυτή ή να μετατεθεί σε Υπηρεσία της επιθυμίας του της ίδιας περιοχής μετάθεσης και σε αντίστοιχη του βαθμού του κενή οργανική θέση και, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατό, μετατίθεται σε Υπηρεσία της έδρας της οικείας Αστυνομικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης Αστυνομίας.

5. Οι αποσπάσεις του εδαφίου γ' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, εντός του αυτού τόπου, δύναται να παραταθούν και πέραν του εξαμήνου. Στην περίπτωση αυτή για την απόσπαση αποφασίζει το οικείο Συμβούλιο Μεταθέσεων. Νέα απόσπαση αστυνομικού εκτός του αυτού τόπου , για τους λόγους που αναφέρονται στα εδάφια, β' και γ' της παρ. 2 του παρόντος άρθρου δεν επιτρέπεται, εφόσον έχει συμπληρωθεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο και δεν έχει παρέλθει έτος από τη λήξη της προηγούμενης απόσπασης. Επίσης δεν επιτρέπεται απόσπαση αστυνομικού για ενίσχυση αστυνομικών Υπηρεσιών Αεροδρομίων και Υπηρεσιών αυξημένου τουριστικού ενδιαφέροντος, πριν από την παρέλευση διετίας από την προηγούμενη απόσπαση, εφόσον δεν συναινεί ο αστυνομικός. Ειδικά για τις αποσπάσεις του εδαφίου δ' της παρ. 2 δεν υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί, εφόσον συναινεί ο αστυνομικός.

6. Για τις αποσπάσεις αστυνομικού προσωπικού στο εξωτερικό εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 50 του Ν. 1481/1984.

7. Απόσπαση αστυνομικού προσωπικού σε δημόσια (στρατιωτική ή πολιτική) Υπηρεσία του Εσωτερικού για εκτέλεση υπηρεσίας, που ανάγεται αποκλειστικά στον κύκλο των καθηκόντων των αστυνομικών, γίνεται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας. Η διάρκεια των αποσπάσεων αυτών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, καθορίζεται με την ίδια απόφαση, εξαιρουμένων των αποσπάσεων σε Μονάδες Επιστρατεύσεως, οι οποίες διαρκούν μέχρι τρία (3) χρόνια, χωρίς δυνατότητα νέας απόσπασης του ιδίου αστυνομικού σ' αυτές.

8. Οι αποσπάσεις για ενίσχυση αστυνομικών Υπηρεσιών αεροδρομίων και αστυνομικών Υπηρεσιών σε περιοχές αυξημένου τουριστικού ενδιαφέροντος διατάσσονται είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη της απόσπασης.

9. Σε περίπτωση που ο αποσπώμενος μετά την έκδοση της διαταγής διακοπής της απόσπασης του ή τη λήξη της απόσπασης του ασθενήσει, εισαχθεί σε Νοσοκομείο, λάβει αναρρωτική άδεια ή αφεθεί ελεύθερος υπηρεσίας και δεν έχει παραλάβει το φύλλο πορείας, αυτό αποστέλλεται στην Υπηρεσία που ανήκει οργανικά και η περαιτέρω υγειονομική του παρακολούθηση γίνεται από την Υπηρεσία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 45 του Π.Δ. 584/1985 (Α7204).


Άρθρο 20

Προσωρινές - Εσωτερικές μετακινήσεις.

1. Οι προσωρινές μετακινήσεις γίνονται μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων, επειγουσών και σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών, διατάσσονται από τον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας, τους Γενικούς Αστυνομικούς Διευθυντές και τους Διευθυντές των Αστυνομικών Διευθύνσεων ή εξομοιούμενων Υπηρεσιών για Υπηρεσίες της δικαιοδοσίας τους και διαρκούν όσο χρόνο διαρκεί η ανάγκη που τις επέβαλε, όχι όμως πέραν του μηνός, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 15 του Π.Δ. 22/1996 (Α 15).

2. Οι εσωτερικές μετακινήσεις μέσα στην ίδια αυτοτελή Υπηρεσία ενεργούνται οποτεδήποτε με διαταγή του προϊστάμενου της οικείας Υπηρεσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε' ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΩΝ

Άρθρο 21

Φύλλο Πορείας.

1. Το Αστυνομικό προσωπικό σε κάθε υπηρεσιακή μετακίνηση του εφοδιάζεται από την Υπηρεσία του με Φύλλο Πορείας, στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός και η χρονολογία της σχετικής διαταγής ή έγκρισης και ο λόγος της μετακίνησης. Δεν απαιτείται χορήγηση Φύλλου Πορείας, όταν πρόκειται για εκτέλεση Υπηρεσίας εντός του αυτού τόπου ή και εκτός αυτού, εφόσον δεν δικαιολογείται ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση.

2. Στο Φύλλο Πορείας των μετατιθέμενων αναγράφονται και τα ονοματεπώνυμα των μελών οικογενείας που τους ακολουθούν, τα οποία δικαιούνται οδοιπορικά και λοιπά έξοδα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Στις οικογένειες των μετακινουμένων που δεν μετακινήθηκαν μαζί με αυτούς και μετακινούνται σε μεταγενέστερο χρόνο, χορηγείται βεβαίωση από την Υπηρεσία που αυτοί υπηρετούσαν πριν την μετακίνηση τους, ύστερα από υπεύθυνη δήλωση των μετακινουμένων ότι πρόκειται για τη μοναδική μετάκληση της οικογενείας τους στον τόπο που μετακινήθηκαν αντί Φύλλου Πορείας, στην οποία αναγράφονται τα παραπάνω στοιχεία.

3. Το Φύλλο Πορείας χορηγείται στους μετακινούμενους με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος διατάγματος, κατά το χρόνο που ορίζεται στη διαταγή μετακίνησης. Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να χορηγηθεί Φύλλο Πορείας στους μετατιθέμενους και σε όσους αποσπώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του παρόντος, πριν την παρέλευση 5νθημέρου από την κοινοποίηση της σχετικής διαταγής. Όταν πρόκειται για υπόλογο διαχειριστή Χρηματικού και Υλικού, ο οποίος μετατίθεται από Υπηρεσία, επιπέδου τουλάχιστον Αστυνομικής Διευθύνσεως, όπου λειτουργεί κεντρική διαχείριση, η προθεσμία για τη χορήγηση του Φύλλου Πορείας παρατείνεται κατά είκοσι (20) ημέρες.

4. Αν ο μετακινούμενος Αστυνομικός ασθενήσει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού παρουσιάζεται ή ειδοποιεί αμέσως με οποιονδήποτε τρόπο την κατά το επόμενο άρθρο του παρόντος διατάγματος αρμόδια Υπηρεσία, η οποία τον παραπέμπει εγγράφως στο γιατρό που εκτελεί την υγειονομική υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και:

α. Αν ο γιατρός γνωματεύσει ότι μπορεί να ταξιδέψει, τον διατάσσει να αναχωρήσει για τον τόπο του προορισμού του.

β. Αν ο γιατρός γνωματεύσει ότι πρέπει να εισαχθεί σε Νοσοκομείο για νοσηλεία, φροντίζει για την εισαγωγή του, ενημερώνει με σήμα την Υπηρεσία για την οποία προορίζεται ο μετακινούμενος και μετά την έξοδο του από το Νοσοκομείο τον διατάσσει να αναχωρήσει για τον τόπο του προορισμού του.

γ. Αν του χορηγηθεί αναρρωτική άδεια, με τη διαδικασία, που ορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις για την οργάνωση και λειτουργία της Υγειονομικής Υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας, ενημερώνει την Υπηρεσία για την οποία προορίζεται και μετά τη λήξη της αδείας του τον διατάσσει να παρουσιαστεί στη νέα Υπηρεσία του.

δ. Σε κάθε περίπτωση αναγράφει στο Φύλλο Πορείας, κάνοντας σχετική θεώρηση την ημερομηνία της άφιξης και της αναχώρησης από τον τόπο της ασθένειας και ενημερώνει την Υπηρεσία του προορισμού του για όλες τις σχετικές μεταβολές διαβιβάζοντας σε αυτήν και όλα τα σχετικά έγγραφα (ως ιατρικές γνωματεύσεις, εισιτήριο -εξιτήριο νοσοκομείου). Αν ο ασθενής αφεθεί ελεύθερος υπηρεσίας, μπορεί να παραμείνει στον τόπο που ασθένησε ή να αναχωρήσει αμέσως για τον τόπο προορισμού του, εκτός αν ο γιατρός έχει γνωματεύσει ότι δεν είναι σε θέση να ταξιδέψει.

5. Αν εκείνος που μετατίθεται καλείται, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημέρα της αναχώρησης, ως κατηγορούμενος σε ποινικό δικαστήριο που εδρεύει στο Νομό της Υπηρεσίας από την οποία μετακινείται, αναστέλλεται η αναχώρηση του μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. α' του παρόντος. Για την αναβολή της αναχώρησης ενημερώνεται η προϊσταμένη Υπηρεσία και η Υπηρεσία στην οποία μετατίθεται.


Άρθρο 22

Θεώρηση Φύλλου Πορείας.

1. Τα Φύλλα Πορείας των μετακινουμένων αστυνομικών θεωρούνται για την αναχώρηση και την άφιξη ή επάνοδο από την αρμόδια Υπηρεσία του τόπου αναχώρησης και του τόπου μετάβασης.

2. Στα Φύλλα Πορείας αυτών που μετατίθενται γίνεται θεώρηση στην οποία αναγράφεται η χρονολογία παράδοσης του Φύλλου Πορείας στον μετακινούμενο ως και η χρονολογία της υποχρέωσης για αναχώρηση.

3. Οι μετακινούμενοι οφείλουν να παρουσιαστούν στην αρμόδια για τη θεώρηση των Φύλλων Πορείας Υπηρεσία, μέχρι την 08.00 ώρα της επομένης ημέρας της άφιξης τους. Οι μετακινούμενοι εντός του αυτού τόπου οφείλουν να παρουσιαστούν αμέσως και εντός του απολύτως αναγκαίου για την μετακίνηση τους χρόνου.

4. Όταν ο μετακινούμενος αναγκαστεί να διακόψει το ταξίδι του για λόγους ανωτέρας βίας, οφείλει να παρουσιαστεί στην τοπική Υπηρεσία, στην δύναμη της οποίας προσκολλάται μέχρι να αρθεί το κώλυμα και η οποία ενημερώνει με σήμα την Υπηρεσία προορισμού του. Ως λόγοι ανωτέρας βίας θεωρούνται ιδίως η έλλειψη ή διακοπή της συγκοινωνίας και η ασθένεια του μετακινούμενου. Η έλλειψη ή διακοπή της συγκοινωνίας βεβαιώνεται από την τοπική αστυνομική ή λιμενική αρχή.

5. Δεν απαιτείται θεώρηση Φύλλου Πορείας όταν ο αστυνομικός:

α. Κινείται για εκτέλεση υπηρεσίας, μετά τη λήξη της οποίας επιστρέφει στην Υπηρεσία του.

β. Μεταβαίνει στο εξωτερικό με ειδική αποστολή για την εκπλήρωση της οποίας είναι απαραίτητη η μετάβαση του σε Ελληνική Διπλωματική Αρχή της χώρας μετάβασης. Στην περίπτωση αυτή η πραγματοποίηση της μετακίνησης βεβαιώνεται από τις θεωρήσεις εισόδου - εξόδου που γίνονται στο διαβατήριο ή στο Ειδικό Φύλλο Πορείας. Η μετάβαση για χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πιστοποιείται με βεβαίωση της Αστυνομικής Υπηρεσίας διαβατηριακού ελέγχου της χώρας μας.

6. Αρμόδιες Υπηρεσίες για τη θεώρηση Φύλλων Πορείας είναι:

α. Οι Υπηρεσίες από τις οποίες αναχωρούν και οι Υπηρεσίες για τις οποίες προορίζονται οι μετακινούμενοι.

β. Για τους μετακινούμενους αστυνομικούς που διακόπτουν το ταξίδι τους λόγω ασθένειας:

(1) Τα κεντρικά Ιατρεία Αθηνών - Πειραιά - Θεσσαλονίκης για την περιοχή τους.

(2) Οι Αστυνομικές Διευθύνσεις για τις έδρες τους.

(3) Τα τοπικά Αστυνομικά Τμήματα ή Σταθμοί για τις υπόλοιπες περιοχές της χώρας.

γ. Για τους αστυνομικούς που παραπέμπονται στις επιτροπές αναρρωτικών αδειών, το Κεντρικό Ιατρείο ή η Αστυνομική Διεύθυνση, στην οποία υπάγεται η αρμόδια επιτροπή.

δ. Για τους μετακινούμενους αστυνομικούς που διακόπτουν το ταξίδι τους για άλλους εκτός ασθένειας λόγους ανωτέρας βίας:

(1) Η αρμόδια κατά τόπο Διεύθυνση Αστυνομίας για την περιοχή των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και της Θεσσαλονίκης.

(2) Οι Υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για όσους διακόπτουν το ταξίδι τους λόγω ασθένειας, για τις υπόλοιπες περιοχές της χώρας.


Άρθρο 23

Προθεσμία αναχώρησης.

1. Στους αστυνομικούς που μετατίθενται δίνεται προθεσμία οκτώ ημερών για τους εγγάμους και έξι ημερών για τους αγάμους, για να αναχωρήσουν για τη νέα τους θέση. Οι έγγαμοι που μετακινούνται χωρίς την οικογένεια τους υπάγονται στην κατηγορία των αγάμων, ενώ οι άγαμοι που μετακινούνται με τα μέλη της πατρικής τους οικογένειας, τα οποία συντηρούν και με τα οποία συνοικούν, στην κατηγορία των εγγάμων. Στους αστυνομικούς που αποσπώνται εκτός του αυτού τόπου και για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 10 ημερών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των εδαφίων β', γ' και δ' της παρ. 2 του άρθρου 19 του παρόντος διατάγματος, παρέχεται προθεσμία δύο (2) ημερών για να αναχωρήσουν για τη νέα τους θέση.

2. Προθεσμία για αναχώρηση δεν δίνεται στις εξής περιπτώσεις:

α. Όταν η κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μετακίνηση γίνεται σε Υπηρεσία του αυτού τόπου.

β. Όταν ο μετακινούμενος δεν είναι υποχρεωμένος, από τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαμονή του αστυνομικού προσωπικού, να αλλάξει κατοικία, εκτός αν δηλώσει εγγράφως ότι θα μεταφέρει την κατοικία του στην περιοχή της νέας Υπηρεσίας του.

γ. Στους εξερχόμενους από τις Σχολές της Ελληνικής Αστυνομίας μετά από εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση.

δ. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις μετακινήσεων εκτός από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3. Για τον υπολογισμό της προθεσμίας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν λαμβάνονται υπόψη η ημέρα της παράδοσης του Φύλλου Πορείας και η ημέρα αναχώρησης.

4. Η προθεσμία που δίνεται κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί από τον μετακινούμενο στον τόπο αναχωρήσεως ή του προορισμού του, είτε ολόκληρη, είτε μέρος αυτής.

5. Την προηγούμενη της αναχώρησης για τη νέα θέση τους, οι μετακινούμενοι υποχρεούνται να προσκομίσουν το Φύλλο Πορείας στην Υπηρεσία που το χορήγησε για να θεωρηθεί για την αναχώρηση τους. Κατ' εξαίρεση, η θεώρηση της αναχώρησης για τις Υπηρεσίες που τοποθετούνται οι εξερχόμενοι από τις Παραγωγικές Σχολές Υπαστυνόμων Β' και Αστυφυλάκων, δύναται να ενεργείται ταυτόχρονα με τη χορήγηση του Φύλλου Πορείας, εφόσον παρεμβάλλεται μετασχολική άδεια ή πρακτική εκπαίδευση.

6. Σε περίπτωση που ο μετατιθέμενος και πριν από τη χρονολογία έκδοσης της διαταγής μεταθέσεως είναι ασθενής ή ελεύθερος υπηρεσίας ή ευρίσκεται στο νοσοκομείο ή τελεί σε αναρρωτική άδεια η χορήγηση του Φύλλου Πορείας γίνεται μετά την άρση του κωλύματος.

7. Σε περίπτωση που ο μετατιθέμενος μετά τη χρονολογία έκδοσης της διαταγής μετάθεσης ασθενήσει, εισαχθεί σε Νοσοκομείο, λάβει αναρρωτική άδεια ή αφεθεί ελεύθερος υπηρεσίας, η εγγραφοδιαγραφή του γίνεται αυτοδικαίως μετά την εκπνοή της προθεσμίας προς αναχώρηση, εφόσον έχει χορηγηθεί το Φύλλο Πορείας. Εάν το Φύλλο Πορείας δεν έχει χορηγηθεί η εγγραφοδιαγραφή πραγματοποιείται την επομένη της λήξης της προθεσμίας προς χορήγηση του, όπως αυτή ορίζεται στη σχετική διαταγή.

8. Όταν ο μετατιθέμενος δεν έχει λάβει το Φύλλο Πορείας αυτό συναποστέλλεται με τα λοιπά ατομικά του έγγραφα στη νέα του Υπηρεσία και η περαιτέρω υγειονομική του παρακολούθηση γίνεται από την υπηρεσία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 45 του Π.Δ. 584/1985.

9. Στην περίπτωση κατά την οποία ο μετατιθέμενος έχει χρεωθεί δημόσια είδη ή χρήματα και δεν προσέρχεται να τα παραδώσει πριν την εγγραφοδιαγραφή του εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του άρθρου 120 του Β.Δ. της 15-5-1959 «Κανονισμός Οικονομικής Υπηρεσίας Χωροφυλακής» (Α 151).


Άρθρο 24

Απαγόρευση και αναστολή διαταχθεισών μεταθέσεων.

1. Απαγορεύεται η έκδοση διαταγών μεταθέσεων και αναστέλλεται η πραγματοποίηση εκκρεμουσών μεταθέσεων στις εξής περιπτώσεις:

α. Από την προκήρυξη των εκλογών (Ευρωεκλογές -Βουλευτικές - Νομαρχιακές - Δημοτικές) και μέχρι την πέμπτη ημέρα από την ημερομηνία διεξαγωγής της ψηφοφορίας.

β. Από την 20η Δεκεμβρίου μέχρι την 10η Ιανουαρίου και από την Κυριακή των Βαίων μέχρι την Κυριακή του Θωμά εκτός κι αν οι ενδιαφερόμενοι δεν αντιτίθενται στην πραγματοποίηση της μετακίνησης.

2. Στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου που χορηγείται Φύλλο Πορείας, ο μετατιθέμενος δεν υποχρεούται στην παραλαβή του. 3. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση του άρθρου 17 παράγραφος 1 εδάφιο ιε' του παρόντος.


Άρθρο 25

Έξοδα μετακίνησης.

1. Οι τοποθετήσεις, μεταθέσεις και αποσπάσεις του αστυνομικού προσωπικού πραγματοποιούνται με δαπάνες δημοσίου. Κατ' εξαίρεση οι μεταθέσεις που δεν πραγματοποιούνται με βάση το σύστημα των αντικειμενικών κριτηρίων μπορεί να γίνονται και με δαπάνες των ενδιαφερομένων, εφόσον δηλώσουν τούτο στην αίτηση μεταθέσεώς τους. Ειδικά για τις μεταθέσεις της περιπτώσεως του εδαφίου ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 14 και των περιπτώσεων γ', ια', ιγ', ιδ' και ιστ' της παρ. 1 του άρθρου 17, καθώς και τις αποσπάσεις των περιπτώσεων η', θ', ι', ιβ', και ιγ' της παρ. 2 του άρθρου 19 του παρόντος διατάγματος δεν δικαιολογείται δαπάνη σε βάρος του δημοσίου. Επίσης αποσπάσεις που διατάσσονται κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παράγραφος 2 εδάφιο γ' του παρόντος, πραγματοποιούνται χωρίς δαπάνη για το δημόσιο, εφόσον υπάρχει η προς τούτο δήλωση του ενδιαφερομένου.

2. Ο μετατιθέμενος δεν υποχρεούται προς αναχώρηση πριν του καταβληθεί η σχετική πίστωση.


Άρθρο 26

Εγγραφοδιαγραφή μετακινουμένων.

1. Οι μετατιθέμενοι αστυνομικοί διαγράφονται από την Υπηρεσία από την οποία μετατίθενται την ημερομηνία της αναχώρησης τους για τη νέα τους θέση. Από την ίδια ημερομηνία εγγράφονται στη δύναμη της Υπηρεσίας άσχετα από τον πραγματικό χρόνο της άφιξης τους.

2. Για την αναχώρηση, την άφιξη και την εγγραφοδιαγραφή των μετακινουμένων ενημερώνονται εγγράφως οι αρμόδιες Υπηρεσίες σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 27

Καταργούμενες διατάξεις.


Με την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος καταργούνται οι διατάξεις του Π.Δ. 69/1997 «Τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και λοιπές μετακινήσεις αστυνομικού προσωπικού» (Α' 62), όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με αυτές των Π.Δ. 85/1998 (Α'/77), Π.Δ. 140/1999 (Α/143), Π.Δ. 254/2000 (Α'/210), Π.Δ. 147/2000 (Α/ 128), Π.Δ. 309/2000 (Α'/253) και Π.Δ. 271/2001 (Α/194) Άρθρο 28 Έναρξη ισχύος. Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

 

 
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>

Σελίδα 1 από 2